01.06.1999 | Συνέντευξη στη Μ.Γ. Φιορεντίνου «Η λογοτεχνία απαιτεί φοβερή προ-εργασία»
Η συνέντευξη του Πάνου Θεοδωρίδη στη Γιώτα Φιορεντίνου μεταδόθηκε αρχικά από τον ραδιοφωνικό σταθμό Ράδιο Αττική, από την εκπομπή «Πολιτισμικές αναζητήσεις», στο πλαίσιο αφιερώματος για τους συγγραφείς της Θεσσαλονίκης.
Αργότερα δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ύφος (τεύχος 7, καλοκαίρι 1999), με τον τίτλο «Πάνος Θεοδωρίδης: Η λογοτεχνία απαιτεί φοβερή προ-εργασία…».
* * * * *
Πάνος Θεοδωρίδης: «Η λογοτεχνία απαιτεί φοβερή προ-εργασία…»
με τη Μ. Γ. Φιορεντίνου
Σπουδαίος μου φάνηκες συμπότης. Κόκκινο
έπινες κρασί με ρέγουλα· δεν ανακάτευες
μπίρες και τσίπουρα· ρευόσουν με το χέρι
μπροστά στο στόμα· δεν είχα χρεία άλλων…
από το ποίημα «Ο συμπότης»
Σε εκδήλωση που έγινε πριν πέντε χρόνια με θέμα «Η Θεσσαλονίκη στην ποίηση», που οργάνωσε το περιοδικό Ο Παρατηρητής, ο Ξενοφών Κοκόλης παρουσιάζοντας τον ποιητή Πάνο Θεοδωρίδη είπε: «από το καλαμπούρι στην πίκρα, και από την μνήμη της μπάμπως στην άρνηση αυτής της μνήμης, μαρτυρεί (και με τις δύο σημασίες) άγρυπνα τις επικοινωνιακές μας δυσκαμψίες, και ένα γενικότερο taedium vitae (απαυδισμόν του βίου)· μ’ ένα γενναίο, ίσως λιγάκι στραβό, χαμόγελο».
Φθινοπωρινές μέρες στη Θεσσαλονίκη. Περίπατος στην Αριστοτέλους. Στάση στο βιβλιοπωλείο «Ιανός». Η πρώτη μας επαφή με το τελευταίο βιβλίο του ποιητή Το ροκ των Μακεδόνων. Που όπως μας είπε ο ίδιος, το βιβλίο προέκυψε από μια σειρά ραδιοφωνικών εκπομπών στον 9.58FM. Η συνάντηση με τον ποιητή Πάνο ορίσθηκε για την επόμενη μέρα· εκεί στο νεοκλασικό κτίριο του έως τώρα ΟΠΠΘ. Η συνομιλία με τον ποιητή ηχογραφήθηκε και βγήκε στον αέρα στο αφιέρωμα για τους «Συγγραφείς της Θεσσαλονίκης» από την εκπομπή «Πολιτισμικές αναζητήσεις» την Κυριακή 15 Νοεμβρίου από το Ράδιο Αττική, το Δημοτικό Ραδιόφωνο του Μαρκοπούλου. Εδώ μεταφέρουμε την συνομιλία ως έχει.
― Έχετε ασχοληθεί με το θέατρο, τον κινηματογράφο, το ραδιόφωνο και την τηλεόραση. Μεταφράσατε Αριστοφάνη, Στράβωνα και Φρανκ Ο’Χάρα…
Ξεκίνησα όπως οι περισσότεροι παλαιότεροι επαρχιώτες λογοτέχνες, στα Γιαννιτσά, σε ένα μάλλον ασφυκτικό περιβάλλον, αλλά το οποίο εντέλει, απ’ ό,τι κρίνω εκ των υστέρων, ήταν πάρα πολύ ευεργετικό, γιατί όταν είσαι στην επαρχία και διαβάζεις και δεν έχεις συνδιαλλαγές με άλλους ανθρώπους, ποιητές, ή οτιδήποτε άλλο, διαβάζεις περισσότερο, κοιτάζεις πιο πολύ την τέχνη σου.
Το αποτέλεσμα ήταν ότι ξεκίνησα με ποίηση από πολύ μικρός. Το πρώτο μου βιβλίο το έβγαλα το 1969, ήταν ποιητική συλλογή και διηγημάτων, ακολούθησαν άλλες δύο ποιητικές συλλογές το Προσπέκτους και η Αγκαλιά της Ντεζιρέ το 1977 και 1980. Κατόπιν ασχολήθηκα με θέατρο και κινηματογράφο, με ντοκιμαντέρ επιστημονικά και αρχαιολογικά. Εργάστηκα σε Αρχαιολογική Υπηρεσία, δηλαδή πολυτεχνίτης και ερημοσπίτης, όπως οι περισσότεροι λογοτέχνες αυτού του τόπου.
― Τρεις ποιητικές συλλογές λοιπόν και πέντε πεζά. Πιστεύετε πως σήμερα ένας λογοτέχνης μπορεί να ζήσει από το λογοτεχνικό του έργο και μόνο;
Δεν ξέρω για άλλους, σημασία έχει ότι εγώ έβγαλα δελτίο παροχής υπηρεσιών ως συγγραφέας το 1985. Σταμάτησα να δουλεύω στην Αρχαιολογική Υπηρεσία, άρχισα να ασχολούμαι με το ραδιόφωνο, με σενάρια και μετά από έξι επτά χρόνια πολύ σκληρής φτώχειας, γύρω στο 1992-93, άρχισα να ζω απ’ το γράψιμο. Ήταν πραγματικά μια πολύ μεγάλη ευτυχία για έναν άνθρωπο που γράφει να έχει κάποια εισοδήματα.
Βέβαια κανείς δεν πρέπει να υποψιάζεται πολλά και τρομερά πλούσια, αλλά πάντως είναι παρήγορο ότι με το άνοιγμα τόσο της λογοτεχνικής αγοράς (γιατί τα πεζογραφήματα έχουν μια κάποια ζήτηση), αλλά και με τις παραπεριπέτειες της γραφής, που αφορούν δηλαδή εκπομπές στο ραδιόφωνο, άρθρα σε εφημερίδες και περιοδικά… ε… βγαίνει κάποιο εισόδημα. Ότι φυσικά αυτό δεν είναι καθόλου ικανοποιητικό δεν μειώνει τη σημασία του γεγονότος. Ένα απ’ τα πράγματα που ήθελα πάντοτε να αποφύγω είναι το να είσαι μαζί επιστημο-λογοτέχνης. Δηλαδή όλους αυτούς τους συναδέλφους γιατρούς-λογοτέχνες ή εισαγγελείς-ποιητές κτλ. δεν νομίζω ότι προάγουν πάρα πολύ την υπόθεση της λογοτεχνίας. Η λογοτεχνία είναι χειρωναξία, απαιτεί καθημερινή εντρύφηση, καθημερινό γράψιμο. Δεν είναι όπως το ποδήλατο που δεν ξεχνιέται.
Η λογοτεχνία ξεχνιέται· θέλει πάρα πολύ διάβασμα, αγάπη και προσοχή, θέλει συρτάρι, δηλαδή να έχεις συγγραφείς τους οποίους αγαπάς, κατακλέβοντάς τους όσο δεν έχεις την εμπειρία και αντιγράφοντάς τους αργότερα, επηρεαζόμενος από αυτούς όσο μπορείς. Δεν χρειάζεται να είσαι μέσα σε λύκεια, σχολές και κυκλώματα. Να ξεχωρίσουμε λίγο το πανεπιστημιακό δίκτυο φιλολόγων, που νομίζω ότι έχει ταλαιπωρήσει αρκετά τη λογοτεχνία. Σημασία έχει ότι αν βγουν αρκετοί συγγραφείς που ζουν από το γράψιμο, κινδυνεύουν βέβαια από μια μορφή λαϊκισμού (ότι ψάχνουν δηλαδή να βρουν το κοινό τους) και έτσι και το βρουν, μετά αρχίζουν και γράφουν όπως θέλει το κοινό τους και όχι όπως θέλουν αυτοί.
Αλλά αυτή η ζημιά είναι πολύ μικρότερη από το να στέκεσαι σε ένα λεγόμενο ελεφάντινο πύργο και να νομίζεις ότι μπορείς να εκφράζεσαι με τον Α ή με το Β τρόπο, επί παντός επιστητού δωρεάν. Το δωρεάν στην παρούσα περίπτωση είναι άκρως επικίνδυνο γιατί δεν αποτελεί ερασιτεχνισμό ο οποίος καλύπτεται κάτω από το φιλότεχνο. Η λογοτεχνία απαιτεί φοβερή προεργασία, φοβερή ανάγνωση των κλασικών και των γιγάντων της λογοτεχνίας, τους οποίους δεν μπορούμε να φτάσουμε. Είναι γεγονός ότι έχουν ειπωθεί όλα, αλλά είναι γεγονός ότι μπορούμε με ένα ιδιοπρόσωπο ύφος να πούμε και εμείς τα ίδια πράγματα με ένα τρόπο που πιθανόν γίνεται πιο κατανοητός απ’ τις νεότερες τις γενιές. Εξάλλου αυτή είναι και η ιστορία της λογοτεχνίας.
― Να μιλήσουμε για το Ροκ των Μακεδόνων;
Αυτό είναι ένα βιβλίο που στην ουσία δεν έχει γραφτεί ποτέ. Δεν έχει δηλαδή περάσει από την επώδυνη διαδικασία του χειρόγραφου. Ήταν ραδιοφωνικές εκπομπές, τις οποίες εκφωνούσα κατ’ ευθείαν στο μικρόφωνο. Έτσι έγινε μια σειρά αυτοβιογραφικών κειμένων, συγγραφέων που εκφωνήθηκαν από τον 9.58FM, τον πολιτιστικό σταθμό της πόλης μας, και το συμπεριέλαβαν και το δικό μου στα βιβλία αυτά. Είναι ένα βιβλίο που δεν πέρασε ποτέ την περιπέτεια της γραφής.
― Λογοτεχνία ή φιλολογία;
Οι μόνοι που θέλουν η λογοτεχνία να είναι υπό τα δεσμά των φιλολόγων είναι οι ίδιοι οι φιλόλογοι. Αυτό είναι γενικώς αρρώστια του καιρού μας, όπως οι τεχνοκρίτες και οι γκαλερίστες καταπιέζουν τους ζωγράφους και τα διάφορα «Μέγαρα» και οι «πολιτιστικοί σύλλογοι» δεσμεύουν τους μουσικούς. Όλα αυτά τα έργα κατά παραγγελία ή το να ακολουθήσεις το τελευταίο τρένο, μπας και πιάσεις ορισμένο κοινό, αυτά τα θεωρώ παιδικές ασθένειες της ελληνικής λογοτεχνίας. Δεν έχει φτάσει ακόμα η ελληνική λογοτεχνία στο επίπεδο να έχει κοινό. Σε όλη την Ευρώπη και την Αμερική, μόνο το δύο τοις εκατό του κόσμου ασχολείται με τον πολιτισμό. Αυτό για ένα επίπεδο Θεσσαλονίκης σημαίνει είκοσι χιλιάδες άτομα. Και όμως δεν αγοράζουν είκοσι χιλιάδες βιβλία. Αγοράζουν τρεις χιλιάδες ή τέσσερις χιλιάδες βιβλία σε όλη την Ελλάδα. Άρα ο δρόμος είναι τεράστιος, είναι επώδυνος και δεν πρέπει να μένουμε σε αυταρέσκειες, επειδή κάποιο βιβλίο έχει πουλήσει τριάντα ή σαράντα χιλιάδες πραγματικά ή πλασματικά αντίτυπα.
Αυτό οφείλεται κυρίως στο ότι ο κόσμος παρακολουθεί τα σήριαλ και μέσα από τα σήριαλ που βγαίνουν, έχει την εντύπωση ότι θέλει να πάρει κάτι από τη στιγμή του ήρωα που τον έχει γοητέψει και το βάζει στη βιβλιοθήκη του.
Υπάρχουν βέβαια και κάποιοι συγγραφείς οι οποίοι έχουν γλαφυρότατο ύφος, οι οποίοι έχουν δημιουργήσει μια μεγάλη παράδοση. Ο Γερμανός, ο Ξανθούλης, ένα σωρό άνθρωποι, έχουν πολύ μεγάλες κυκλοφορίες που τις αξίζουν, γιατί γράφουν πράγματα που ενδιαφέρουν τον πολύ κόσμο.
Το θέμα με την ελληνική λογοτεχνία είναι ότι επειδή ξεκίνησε από αυτόν τον ερασιτεχνισμό, από μια γενική αμηχανία σε ό,τι αφορά την πρωτοπορία, γιατί έτσι και μιλήσουμε απλά, θα μας θεωρήσουν ανθρώπους της πιάτσας και δεν το θέλει κανένας αυτό. Είναι ότι δύσκολα βρίσκουμε το κοινό μας. Το κοινό μας υπάρχει και είναι απ’ έξω και μας περιμένει. Είναι αδιανόητο να έχουμε τόσο πολλούς και καλούς ποιητές και να μην έχουμε ποιητική συνείδηση στον τόπο μας. Αυτό το κάνουν οι φιλόλογοι. Αυτοί είναι που αναλαμβάνουν να ερμηνεύσουν το ενδιάθετο των συγγραφέων. Εδώ αυτό που μας λείπει, όπως γίνεται και με το ελληνικό σινεμά, που έχουμε πολύ καλούς σκηνοθέτες, ηθοποιούς, τεχνικούς, αλλά δεν έχουμε κανένα που βάζει το χέρι στην τσέπη και οραματίζεται ταινίες, δεν έχουμε παραγωγούς. Γι’ αυτό λοιπόν και το σινεμά θα είναι στο χάλι που είναι και θα παραμείνει γιατί –και στη λογοτεχνία– δεν έχουμε μάνατζερ.
Δυστυχώς, παρά το αρχαιοελληνικό μας παρελθόν και τη θαυμάσια βυζαντινή μας παράδοση, είμαστε ένα πολύ φρέσκο κράτος, που έγινε πριν 160-170 χρόνια. Μπήκε στη μέση η Θεσσαλία, η Μακεδονία και η Ήπειρος πολύ αργότερα, μέσα στον αιώνα αυτό που μας περνάει, αδοκίμαστα πράγματα, ασταθής και ατελής κοινωνία.
Η λέξη «ποιητής» και «κουλτουριάρης» είναι υβριστική. Εάν στον αιώνα φτάσουμε να μη βλέπουμε κάποιον και λέμε, καλά ποιητής είσαι; σουρεάλας είσαι;
Δηλαδή αν φτάσουμε στο σημείο να μην απαξιώνουμε αυτά τα πράγματα, τότε κάτι μπορεί να γίνει. Σε κάθε άλλη περίπτωση κινδυνεύουμε σοβαρά, οι μεν ερασιτέχνες που ζουν από κάπου αλλού, να τους θεωρούμε γίγαντες του πνεύματος, τους δε άλλους που ζουν μέσα στο λεγόμενο εμπορικό κύκλωμα, να τους θεωρούμε καμποτίνους απριόρι.
― Βλέπουμε ότι μερικοί νέοι, όταν τους μιλούν για ποίηση, κοροϊδεύουν, δεν πιστεύουν στην ποίηση…
Οι νέοι πράττουν άριστα! Η ποίηση περνά και αυτή περιπέτειες, είναι κοινωνικό προϊόν, είναι προϊόν συνομιλίας με τον άγγελό του και το περιβάλλον του. Αν οι ποιητές μας έχουν αποφασίσει ότι ο άγγελός τους είναι ένας μελαγχολικός τύπος, ο οποίος επειδή δεν του κάθισε κάποτε μια γυναίκα, πρέπει να ταλαιπωρεί την ελληνική λογοτεχνία με ματαιότητες, τότε καλά να πάθει.
Ας μην ξεχνάμε ότι η μεγαλύτερη κηδεία, το μεγαλύτερο κλάμα, έγινε στο τέλος του περασμένου αιώνα, όταν συγχωρέθηκε ο ποιητής Αχιλλέας Παράσχος. Όταν πέθανε ο Παλαμάς έγινε χαμός! Όταν πέθανε ο Σεφέρης έγινε χαμός! Ο κόσμος αγαπούσε την ποίηση πάρα πολύ, πάρα πολύς κόσμος ζούσε κάτω από τα τεχνήματα του Κάλβου, του Βαλαωρίτη, του Σολωμού, των μεγάλων, ακόμα και των ελασσόνων. Ούτε ο Βαλαωρίτης ούτε ο Παράσχος ήταν σπουδαίοι ποιητές, αλλά είχαν καταφέρει να έχουν ένα ύφος ενταλματοποιημένου στίχου, που έπιανε τον κόσμο.
Σήμερα η ποίηση αυτή έχει αντικατασταθεί από τη στιχουργική. Περισσότερος κόσμος ξέρει τον Λευτέρη Παπαδόπουλο, για τα ωραία τραγούδια του, τα οποία δύσκολα μπορεί κάποιος να θεωρεί ότι είναι ποιήματα, ας πούμε στον τύπο των ποιημάτων της Δημουλά ή του Κοντού ή του Πατίλη.
Έχουμε πολλούς καλούς ποιητές. Το πρόβλημα είναι ότι οι νέοι αποφάσισαν να μην εκφράζονται μέσω της ποίησης, καλά κάνουν, αλλά υπεύθυνοι γι’ αυτό είμαστε εμείς οι ποιητές.
Δεν τους μιλάμε με τη γλώσσα τους και αυτοί θα βγάλουν τη δική τους ποίηση, με το δικό τους τρόπο, που εμάς μπορεί να μας φαίνεται παιδικός και ενοχλητικός αλλά είναι ο δικός τους τρόπος, και μέσα από αυτόν, εάν χαθεί το παιχνίδι της ποίησης, δεν χάθηκε και ο κόσμος!
Στο κάτω κάτω δεν πολιτικολογούσε πάντοτε όλη η Ελλάδα. Άλλοτε ζούσε κάτω απ’ τα έπη, άλλοτε κάτω απ’ την τραγωδία, τη φιλοσοφία και υπήρξαν και περίοδοι που δεν ήταν ιδιαιτέρως ποιητικές. Αν σκεφτείτε ότι στα χρόνια μου, στη δεκαετία του 1960, ένας στους δύο νέους έγραφαν και σήμερα γράφει ένας στους χίλιους, αυτό και μόνο δείχνει ότι καλά πάθαμε και δεν συνεχίζουμε αυτό το παιχνίδι της ποίησης. Την πατάει περίπου η ποίηση όπως περίπου και ο Ελληνικός κινηματογράφος. Οι συνθήκες και η έλλειψη επικοινωνίας με τον άγγελο, με το ταλέντο που πρέπει να έχει κάθε ποιητής, νομίζω ότι είναι οι βασικές οι αφορμές.
― Θα μας κάνετε έναν απολογισμό της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας;
Η Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Θεσσαλονίκης ήταν ένα πείραμα, στο οποίο μπήκα αργά, μαζί με πολλούς ακόμα συνεργάτες, πήρα ένα στοίχημα το οποίο πήγε να χαθεί τελείως, αλλά εντέλει οι χίλιες πεντακόσιες εκδηλώσεις που κάναμε, οι δέκα χιλιάδες «παραστάσεις», δηλαδή ότι μέσα στο 1997 υπήρχαν τριάντα διαφορετικά πράγματα, δηλαδή κάθε Θεσσαλονικιός ή κάθε επισκέπτης της πόλης, σ’ αυτήν την έρημη την πόλη, κάθε ημέρα, ήταν νομίζω αυτός ο πληθωρισμός, το μειονέκτημα και το πλεονέκτημα της υπόθεσης.
Εγώ θα μείνω στο ότι κάναμε πολύ καλές εκδόσεις, ιδρύσαμε νέους θεσμούς που έλειπαν από την πόλη, κάναμε ουσιαστικά μια Πολιτιστική με λιγότερα κτίρια από αυτά που είχαμε. Εύχομαι οι επόμενες Πολιτιστικές Πρωτεύουσες να διδαχθούν από τα λάθη μας, αλλά κερδίσαμε κάτι που καμία Πολιτιστική Πρωτεύουσα δεν είχε. Κερδίσαμε ακόμα και την αρνητική συμμετοχή του κόσμου. Το ενάμισυ εκατομμύριο των ανθρώπων που παρακολούθησαν αυτές τις εκδηλώσεις, με προέχουσα την έκθεση των «Θησαυρών του Αγίου Όρους», που ήταν πάνω από εξακόσιες χιλιάδες άνθρωποι που την είδαν, ξεχώρισε κατά πολύ από τις άλλες Πολιτιστικές Πρωτεύουσες και πρέπει να είμαστε υπερήφανοι γι’ αυτό.
Να σας θυμίσω ότι όταν έφευγα το Δεκέμβριο του 1996 από την Κοπεγχάγη, όπου μόλις είχαμε παραλάβει τη δάδα της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας «ΠΠ», ούτε ταξιτζής δεν ήξερε ότι υπάρχει «ΠΠ» στην Κοπεγχάγη. Τα μεγαλύτερα νούμερα που κατάφεραν στην «ΠΠ» οι Ευρωπαίοι ήταν ένα με δύο τοις εκατό της πόλης ήξερε ότι τελείται «ΠΠ».
Ενενήντα εννιά Θεσσαλονικείς στους εκατό ξέρουν ότι έγινε Πολιτιστική Πρωτεύουσα, άσχετα με το τι γνώμη έχουν. Επίσης ένα άλλο καταπληκτικό που έχουμε, είναι ότι διπλασιάσαμε τον μόνιμο πληθυσμό που παρακολουθεί εκδηλώσεις, δηλαδή το δύο τοις εκατό το κάναμε τέσσερα. Από κει και πέρα είναι στο χέρι της ίδιας της πόλης να δει τι μπορεί να κάνει.
― Και το ραδιόφωνο…;
Εμένα με ενδιαφέρει το ραδιόφωνο παλαιού τύπου. Δεν μπορώ αυτά τα αμφίδρομα, έχω βαρεθεί να ακούω δέκα Θεσσαλονικείς και είκοσι Αθηναίους, έχω μετρημένους, οι οποίοι το πρωί δεν έχουν τι να κάνουν και παίρνουν όλους τους σταθμούς και λένε τα ίδια πράγματα. Αυτή η δήθεν αμφίδρομη σχέση είναι «κολοκύθια τούμπανα», όποιος δεν το καταλαβαίνει κοροϊδεύει τον εαυτό του, αλλά βέβαια αλληλοκοροϊδεύονται οι διαφημιστές με ιδιοκτήτες ραδιοφώνου και παραγωγούς και νομίζουν ότι κάτι γίνεται.
Στις δικές μου εκπομπές, αρνούμαι να επικοινωνήσω με τον κόσμο, λέω στον κόσμο ότι εάν θέλει κάτι να μου γράφει, πολύ ευχαρίστως να του απαντώ, σχολιάζω πιθανόν τα γράμματά τους, θέλω να έχουμε μια σχέση αρχοντική και ήρεμη, να μου τηλεφωνούν και στο σπίτι ακόμη, να μιλάω στους ακροατές μου αλλά όχι στον αέρα, να μη φαίνεται ότι είμαστε ίσα κι όμοια και κουβεντιάζουμε. Εγώ έχω να τους δώσω πράγματα, να τους συμβουλέψω, να τους προτείνω τη μουσική που με ενδιαφέρει και να τους προτείνω συγκεκριμένους ήχους. Θέλω το ραδιόφωνο να επιστρέψει στην παλαιά του κρατική αυστηρότητα.
Αυτό που δεν λύνει το πρόβλημα είναι ο άκρατος λαϊκισμός. Δεν μπορώ να ακούω αμόρφωτους ανθρώπους να μιλούν για την παιδεία.
Γιατί ξέρω πάρα πολύ καλά ότι αν οι φοιτητές και οι σπουδαστές πάνε αύριο το πρωί, όπως είναι υποχρέωσή τους και δικαίωμά τους, στα Πανεπιστήμια και απαιτήσουν όλοι μία θέση να καθίσουν και να διδαχτούν, η Ελλάδα θα καταρρεύσει σε μία ημέρα. Αν διακόσιες χιλιάδες άνθρωποι καθίσουν και πουν θέλουμε να μάθουμε, κανείς δεν είναι σε θέση να τους μάθει το παραμικρό και κανείς δεν είναι σε θέση να ακούσει το παραμικρό.
Τόσο το κράτος όσο και οι διδάσκοντες και οι διδασκόμενοι είναι κάτω από αυτή την κοινή αφασία. Ξέρουν ότι δεν θα έρθουν οι φοιτητές στο Πανεπιστήμιο, επομένως κάνουν ό,τι κάνουν. Αν ο καθένας από μας κάνει το καθήκον του, η χώρα θα ανατραπεί, θα κατακτηθεί από άλλους. Δεν μπορείτε να φανταστείτε τι φοβερό πράγμα είναι η ήρεμη δύναμη του ανθρώπου που κάνει το καθήκον του. Από αυτήν λοιπόν την άποψη, το ραδιόφωνο και οι λαϊκισμοί που ακούγονται, ιστορίες με τους Αλβανούς, τα εγκλήματα, την αστυνομία, δεν ξέρουμε ότι πρόκειται για πολέμους μεταξύ εξουσιών. Δηλαδή η εξουσία του Τύπου, η δικαστική εξουσία, η εξουσία της αυταρχίας, της αντιπολίτευσης, είναι εξουσίες και επειδή δεν έχουν το 51% και έχουν μόνο το 3% σπρώχνουν η μια την άλλη. Γι’ αυτό είμαστε τόσο γκρινιάρα χώρα, είμαστε πρώτοι σε δικογραφίες, σε δίκες σε μηνύσεις, άνευ λόγου και αιτίας. Φτιάχνουμε συνεχώς νόμους, και καταλαβαίνετε ότι όταν αυτά γίνονται στην κοινωνία, τι να περιμένει κανείς από τη λογοτεχνία;
Γιατί από τη λογοτεχνία το μόνο που περιμένει κανένας είναι να καταγγείλεις ήθη και καταστάσεις, αλλά αυτό παίρνει είκοσι με τριάντα χρόνια για να γίνει αντιληπτό και βέβαια από την επόμενη γενιά. Πρέπει πρώτα η γενιά που βιώνει την αηδία να συνειδητοποιήσει, να μετανοήσει, να μπορέσει να αποκτήσει ύφος, να καταγράψει τη δικιά της την αηδία, ώστε η επόμενη γενιά να την καταλάβει. Γιατί να είστε σίγουροι πως εντέλει όλα είναι κατανοητά. Όλοι θα καταλάβουν τα πάντα. Θα αποδοθούν τα του Καίσαρα στον Καίσαρα. Αυτή η μυστική συμφωνία που έχει κάθε ποιητής, όσο κακός και να είναι, με τον εγκέφαλό του, με τον άγγελό του και με το αύριό του, ξέρει αν αυτό το ποίημα που έχει γράψει μόλις είναι καλό ή όχι. Οι υπόλοιπες περιπτώσεις ανθρώπων που έχουν καβαλήσει το καλάμι, τις βλέπουμε και υπάρχουν και στην πολιτική και παντού.
Αλλά η έννοια της στιγμιαίας αυτογνωσίας που χαρακτηρίζει τους καλλιτέχνες είναι πολύ σπουδαίο πράγμα. Αυτό φυσικά δεν θα το χρησιμοποιήσει ποτέ ούτε η Ελλάδα ούτε κανένας άλλος. Δεν είναι από τα πράγματα που χρησιμοποιούν. Ωστόσο δεν πρέπει να μας φεύγει ποτέ από το μυαλό ότι, όπως πριν από 10 χρόνια η Ελλάδα ήταν γεμάτη βίντεο κλαμπ, σήμερα δεν υπάρχει ούτε ένα, τώρα είναι γεμάτη με σκυλάδικα και βαρελάδικα, σε δέκα χρόνια δε θα υπάρχει επίσης ούτε ένα. Άρα δε χρειάζεται να ανησυχούμε ιδιαίτερα.
Η λογοτεχνία είναι τυχερή γιατί έχει μείνει έξω από όλα αυτά.
― Να μιλήσουμε για τις εκπομπές σας στο ραδιόφωνο;
Αυτό που με ενδιαφέρει είναι να κάνω παραγωγή ραδιοφωνικής λογοτεχνίας. Αν σιχαίνομαι κάτι στη ζωή μου είναι οι ποιητικές απαγγελίες με συνοδεία κιθάρας ή άρπας, να παρουσιάζουμε τη λογοτεχνία σαν ένα είδος απαγγελικού ηχοράματος. Ένα διάστημα είχα σκεφτεί, όπως είναι τα video clips, να κάνω poetry clips. Δηλαδή ποιήματα πάνω στα οποία η εικόνα και ο χαρακτήρας του ποιητή, μαζί με τη βοήθεια του θεάτρου, του σινεμά και του βίντεο, θα μας έδιναν κάτι το ιδιαίτερο.
Αυτό που με ενδιέφερε πάντα ήταν η λογοτεχνία. Στην αρχή, όταν μου πρότειναν να κάνω κάτι για τα μνημεία της Θεσσαλονίκης, φυσικά έγραφα. Έκανα δέκα μέρες να γράψω μισής ώρας εκπομπή, έλεγα είμαι και τραυλός, πού θα τα πω αυτά, προσπαθούσα να κάνω περίτεχνα λογοτεχνικά, προφορικά κτλ. Μετά από δύο τρία χρόνια πήρα την απόφαση κι άρχισα να κρατώ απλώς σημειώσεις. Στο τέλος, επειδή έπαιξα και στο θέατρο και ασχολήθηκα και με την προσωπική μου έκθεση, αποτόλμησα μετά το ’94 και δεν στηρίχθηκα πια σε γραπτές πηγές. Κρατούσα τη μουσική που μου άρεσε και τώρα πια πηγαίνω χωρίς να έχω προετοιμάσει δημοσιογραφικό θέμα. Το βρίσκω στο αυτοκίνητο, δέκα λεπτά πριν να μπω στο στούντιο.
Αυτό που με ενδιαφέρει όμως, δεν είναι να παραχθεί ένα μπλα μπλα, με ενδιαφέρει να αναπτυχθεί η λογοτεχνία. Γι’ αυτό όλα μου τα ραδιοφωνικά έργα είναι υποθέσεις εργασίας, έχουν θεματολόγιο. Για παράδειγμα, μια σειρά εκπομπών που έκανα, με τίτλο «οι Έλληνες και πάλι θα Μακεδονίσουν», και ήταν μια ιστορία του Μακεδονικού ζητήματος από τότε που υπάρχει Ελλάδα μέχρι τις μέρες μας. Αυτό ήταν ένα ιστορικό δοκίμιο. «Το ροκ των Μακεδόνων», έτσι το έλεγα, δεν γινόταν με σημειώσεις. Τώρα κάνω μια εκπομπή που λέγεται «Ο ταξιδιώτης του καιρού». Παίρνω ιστορικές υποθέσεις που δεν έχουν ισχύσει, για να δω πώς θα ήταν ο κόσμος δίχως αυτές. Παράδειγμα, αν ο Μέγας Αλέξανδρος πέθαινε 80 ετών, πώς θα ήταν ο κόσμος; Πώς θα ήταν η Ελλάδα χωρίς τον Όμηρο; Εάν ο Ναπολέων δεν έχανε στο Βατερλό; Παίρνω αστείες και μη υποθέσεις από την ιστορία και προσπαθώ να βγάλω το μέλλον τους, με κάποιο χιούμορ φυσικά, πώς θα ήταν σήμερα. Αυτές για μένα είναι εκπομπές στόχου, γιατί έχουν στόχο τη λογοτεχνία, δεν προσπαθώ ούτε κάποιον να ψηφίσει κάποιον άλλο, ούτε οτιδήποτε προσωρινό.
Προσπαθώ να κάνω τον ήχο λογοτεχνία. Γι’ αυτό σας είπα είμαι χαρούμενος, γιατί Το ροκ των Μακεδόνων δεν γράφτηκε. Είναι ένα βιβλίο που εκφωνήθηκε. Δηλαδή ήμουν ο πρώτος αναγνώστης αυτού του βιβλίου. Και από αυτή την άποψη πιστεύω ότι υπάρχει ένα τεράστιο πεδίο για το ραδιόφωνο, δεν βλέπω πού αλλού θα μπορούσε να πάει, ούτε με την ενημέρωση ούτε με τα μουσικά προγράμματα. Αυτά είναι όλα ένα υπόστρωμα, το οποίο υπάρχει, μας συνοδεύει και θέλουμε να ακούμε ήχους. Τα θέματα που δεν ξέρει ο κόσμος είναι τα θέματα που απασχόλησαν εμένα. Η ιστορία, η αρχαιολογία, η σχέση του τοπίου με το φως, οι ποιητές που αγάπησα, αυτά πού να τα ξέρει ο κόσμος. Του τα λέω και του τα λέω με ένα τρόπο ρητορικό, με την καλή έννοια. Να αντιλαμβάνεται τι προσπαθώ να πω και έτσι έχω αποκτήσει ένα μόνιμο κοινό, το οποίο όμως και πολύ εύκολα το αλλάζω. Γιατί εγώ δεν πιστεύω ότι ο λογοτέχνης πρέπει να είναι δούλος του κοινού του. Ο λογοτέχνης πρέπει να διαμορφώνει το κοινό του.
― Θα μας σκιαγραφήσετε τη λογοτεχνία στη Θεσσαλονίκη;
Η λογοτεχνία στη Θεσσαλονίκη είναι πλέον ακαδημαϊκή. Οι άνθρωποι που στη δεκαετία του 1970 ψέλλιζαν τα λογάκια τους σε μια πόλη δυνατών ποιητών, Αναγνωστάκης, Ασλάνογλου, Χριστιανόπουλος, σήμερα πια έχουν καταξιωθεί, παίρνουν κρατικά βραβεία, είναι σε μια διαδικασία πλήρους επαναφοράς του στιβαρού τους ύφους. Ξαφνιάζομαι διότι και άνθρωποι, όπως είναι ας πούμε ο Νίκος Μπακόλας, ο οποίος ηλικιακά είναι από τους μεγαλύτερους Θεσσαλονικείς, βγάζει μυθιστορήματα και κείμενα με μια εφηβικότητα που εκπλήσσει. Έχουμε πάρα πολύ καλή πεζογραφία και ποίηση στη Θεσσαλονίκη, πάντα τηρουμένων των αναλογιών. Θα αδικήσω πάρα πολλούς έτσι όπως θα τους αναφέρω, αλλά έχουμε τον Αλαβέρα, τον Μπακιρτζή, τον Μπακόλα, έχουμε ποιητές όπως είναι ο Κύρου, ο Μάρκογλου, από πού να αρχίσω και πού να τελειώσω. Επίσης έχουμε μια σειρά ανθρώπων όπως ήταν ο Μοσκώφ, ο Ζουράρις, ο Μαρωνίτης, έχουμε δηλαδή διανοητές οι οποίοι δίνουν ένα δικό τους χρίσμα πάνω σ’ αυτή την πόλη.
Το πρόβλημά μας είναι ότι αυτά παραμένουν είτε μέσα στον ιστό της πόλης· αν δεν τους γράψει δηλαδή το Βήμα και η Καθημερινή, δεν γίνονται γνωστοί παραέξω. Αν δεν τους πάρει ένας εκδοτικός οίκος των Αθηνών, Εστία, Καστανιώτης, Κέδρος, δε βγαίνουν παραέξω, κι έτσι οι Θεσσαλονικείς γίνονται διάσημοι διά των Αθηναίων. Πάντως είναι δεδομένο ότι έχουμε μια εξαιρετικά δυναμική και καλής ποιότητας λογοτεχνία.
― Υπάρχει ένας πόλεμος βορείων-νοτίων, θα μπορούσαμε να πούμε, μεταξύ Αθήνας-Θεσσαλονίκης;
Η διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στο Μιλάνο και στη Νάπολη της Ιταλίας, αν υπήρχε ανάμεσα στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, θα ήμασταν δυο κράτη ξεχωριστά.
Όχι, στην ουσία δεν υπάρχει. Απλώς συμβαίνει κάτι άλλο, που θα ήθελα να το επισημάνω. Η Αθήνα κυβερνάει την Ελλάδα σαν να είναι πόλη-κράτος. Σαν να είναι η παλιά αθηναϊκή δημοκρατία, που αισθάνεται ότι έχει αποικίες, εξαρτήματα, επαφές, πολύ ισχυρό πολιτισμό, και κυβερνάει όπως η Αθήνα του Περικλέους κυβερνούσε το έρμο το Αιγαίο. Δηλαδή κάτι ό,τι θέλει υπό την έννοια της πόλης-κράτους. Όλη η άλλη Ελλάδα όμως πιστεύει ότι είναι κράτος και διοικείται από μια πρωτεύουσα που δεν το πιστεύει. Η Αθήνα δεν είναι η πρωτεύουσα της Ελλάδος. Η Αθήνα είναι η πόλη των Αθηνών, αυτόνομη, αυτοδίκαιη, με τις αξίες της και τις απαξίες της, μπορεί να κάνει πράγματα που κανένα κράτος δεν μπορεί να τα κάνει, αλλά μπορεί να κάνει και κακουργήματα που μόνο μία πόλη μπορεί να τα κάνει. Εγώ κάνω αυτό το διαχωρισμό και αυτό εξηγεί γιατί ο Θεσσαλονικιός πρέπει να πάει στην Αθήνα. Δεν τη γονιμοποιεί, αλλά γίνεται μέτοχος της πόλης-κράτος. Εγώ όποτε πάω στην Αθήνα, είτε για διασκέδαση είτε για δουλειά, γυρνάω με τις τσέπες γεμάτες χιλιάρικα. Για κάποιους λόγους, αυτό που δεν εκτιμούν στη Θεσσαλονίκη το εκτιμούν στην Αθήνα, και αυτό συμβαίνει γιατί υπάρχουν τελείως διαφορετικές ανάγκες. Είναι πόλη παροχής υπηρεσιών, είναι πόλη που πρέπει να βλέπεις και να σε βλέπουν στα στέκια, και να κάνεις συναλλαγές κτλ.
Η υπόλοιπη Ελλάδα ζει υπό το καθεστώς ενός κράτους. Είναι κράτος και νομίζει ότι κυβερνάται από πρωτεύουσα, αλλά δεν είναι έτσι. Δεν υπάρχει λοιπόν πόλεμος νοτίων και βορείων, υπάρχει πόλεμος μιας πόλης με την ενδοχώρα της. Η Αθήνα είναι η Σιγκαπούρη της Ευρώπης, η οποία έχει τεράστιες αυτόνομες διαδικασίες, οι οποίες δημιουργούν τεράστιο βάρος στην περιφέρεια.
Αν αντί για διόδια στη Θεσσαλονίκη είχαμε τελωνείο, μήπως νομίζετε ότι η Θεσσαλονίκη δε θα καταπίεζε την Καβάλα και τα Γιαννιτσά; Μα και τώρα το κάνει. Η Αθήνα καταπιέζει τη Θεσσαλονίκη, η Θεσσαλονίκη καταπιέζει τα Γιαννιτσά, τα Γιαννιτσά καταπιέζουν το χωριό μου την Αγροσυκιά, το χωριό μου καταπιέζει τον Σαρακατσάνο που έχει μια στάνη έξω από το χωριό. Πάντα το μικρότερο υπάγεται στο μεγαλύτερο. Και η Αθήνα στο κάτω κάτω γίνεται κομμάτι από το Λονδίνο, τη Ρώμη και το Παρίσι και το Παρίσι γίνεται κομμάτι από τη Νέα Υόρκη. Άρα δεν πρέπει να μπούμε σ’ αυτή τη διαδικασία, αυτό που πρέπει να κάνουμε, όμως, είναι ότι είναι καιρός οι Αθηναίοι να αντιληφθούν με μία νέα Χαιρώνεια, και το λέω φιλικότατα αυτό, την ακριβή τους θέση μέσα στον Ελληνικό χώρο.
Αλλά αυτά τα λέμε έτσι χαριτοβρύτως, δεν υπάρχει αυτός ο πόλεμος. Ο πόλεμος υπάρχει στην Ευρώπη και είναι έντονος, όπως στο Βέλγιο, η Ουαλία με τους Εγγλέζους, Ισπανία, Ιταλία κτλ. Εκεί μιλάμε για διχασμούς, δεν μπορείτε να φανταστείτε τι κατάσταση ρατσισμού υφίσταται. Αυτά στην Ελλάδα δεν υπάρχουν.