01.11.1969 | Το Μανιτάρι
Πάνος Θεοδωρίδης, Το Μανιτάρι, ιδιωτική έκδοση, Θεσσαλονίκη 1969.
Ποιητική συλλογή.
* * * * *
Οκτώβριος του 1969. Τυπογράφος της πυρικαύστου, δυο βήματα από τις σοβιετικές βιομηχανίες που έκρυβαν στην κοιλιά τους ό,τι απόμεινε από το Σαραπείον, μου παρέδωσε έξη ντάνες από το πρώτο μου βιβλίο. Ιδιωτική έκδοση, σελίδες 48, όγδοον μέγα, λινοτυπία, διακόσια τέσσερα βαρέα τυπογραφικά σφάλματα, τέσσερις ανορθογραφίες ευθύνης του συγγραφέα, τριακόσια αντίτυπα. Κόστος, 3.800 δραχμές. Στο εξώφυλλο, σχεδιασμένος με σινική σε διαφανές, για να βγει σωστά το κλισέ, δερβισοειδής μελαγχολικός, με τιάρα, γελέκο και σαλβάρι, ξυπόλητος, κάθεται καταγής, ακουμπώντας με την αριστερά μια μεγάλη χελώνα που έχει πάνω στο καύκαλό της χτισμένη εν μικρογραφία μια μεσαιωνική μονή. «Το μανιτάρι, ποιήματα και διηγήσεις». Τα ποιήματα εξομολογητικά, ωσάν υπομνήματα, τα διηγήματα ομιλούν για μεταμορφώσεις, θανάτους και γέροντες. Ξεχωρίζουν μερικές φράσεις («και βέβαια είμαι ανθενωτικός, καθώς και υποψήφιος μοναχός», «αχ νεότης καημένη, τι να κάνεις χωρίς εμένα», «πού να βρω τα σύμβολα του υψηλού, αφού δεν κουβέντιασα με Πέρση και Ινδό») ολότελα χίπικες, πρωτόλειες και αυτοθαυμαζόμενες.
Μετά βγήκα στα βιβλιοπωλεία και άφησα παρακαταθήκη σε τέσσερα, από πέντε αντίτυπα. Μοίρασα τα υπόλοιπα και πάλι περίσσεψαν καμιά εκατοστή (δεν διέθετα αρκετούς γνωστούς). Το πρόσεξαν και έγραψαν από ένα σημείωμα ο Τηλέμαχος Αλαβέρας και ο Γιώργος Μουρέλος. Νομίζω ότι το πουλούσα εικοσιπέντε δραχμές. Εισέπραξα τουλάχιστον διακόσιες, αλλά σταδιακά, κι έτσι δεν αγόρασα κάποιο αναμνηστικό είδος, να θυμάμαι την πρώτη μου έκδοση, όπως έκανα λόγου χάρη με τον πρώτο πίνακα που πούλησα στα δεκαοχτώ μου χρόνια και αγόρασα έναν μοδάτο αναπτήρα Ρόνσον ώστε να με εκτιμούνε οι ντάμες στα κλαμπ.
Ο τυπογράφος είχε εικοσαετή πείρα αλλά σε προσκλητήρια γάμων και καρτ-βιζίτ. Ανακάλυπτε μαζί μου κάθε γραμμή στη λινοτυπία, μαγεμένος με την διπλωτική μηχανή, τον κόφτη και τα μελάνια. Το ψάξιμο του χαρτιού, ο κλισαδόρος στα Λαδάδικα, το ράψιμο και η σελιδοποίηση ήταν τμήματα ενός τρομακτικού, εμπείρου και ξένου κόσμου. Δεν ήταν έτσι όταν έγραφα! Δεν υπήρχε πουθενά, στην αγορά και στα μαγαζιά, μήτε ίχνος από την βραδυνή έξαψη, από την πρώτη ανάγνωση στους φίλους, από την εκζήτηση των συζητήσεων περί ύφους, από το γλυκό ξημέρωμα του πρώτου στίχου, από το κροτάλισμα της γραφομηχανής στο φοιτητικό μου δωμάτιο. Ακόμη χειρότερα, δεν υπήρχαν πουθενά οι εμπειρίες: η χρυσίζουσα Σκιάθος, τα δάση της Θάσου, το εκκλησάκι της Αγροσυκιάς, η οδός Επιμενίδου, εκεί όπου η λογοτεχνία συνελήφθη και δεν έγινε «ίπι-ίπι-άσαμε-τι-καλά-περάσαμε» αλλά στίχοι και πρόζες, αδόκιμες μεν και φοβισμένες, αλλά υπαρκτές.
Τυχαία, αγοραία επέτειος. Ίδρωσα τριάντα χρόνια προκειμένου να καταστώ ένας ακόμη ήσσων λογοτέχνης, πολυτεχνίτης κι ερημοσπίτης. Και το μόνο που με κρατάει σε δράση ακόμη είναι το μακρυνό ενδεχόμενο σε εβδομήντα χρόνια, μερικά γραπτά μου να θεωρηθούν ιστορικές πηγές, μαρτυρίες και σχόλια μιας ακατανόητης εποχής.
Για λογοτεχνία, πραγματικά δεν μου πέφτει λόγος.
Πάνος Θεοδωρίδης, επιφυλλίδα δημοσιευμένη το 2000
[Πηγή: https://petefris.blogspot.com/2008/10/blog-post_25.html]
