01.10.1971 | Διήγημα «Ο παπάκος»
Στο πρώτο τεύχος του περιοδικού Τραμ (Οκτώβριος 1971) δημοσιεύτηκε το διήγημα «Ο παπάκος».
* * * * *
ο παπάκος καθόταν απέναντι και μου μιλούσε:
Τα μόρια των καθαρών του ποταμού υδάτων πενθούν που ο αγαπητικός βγήκε πολύ εντάξει εκ της κοίτης του εχθρικού προς αυτά παραλιμνίου πλην πεπτωκότος ιστορικώς οικισμού που κατήντησε σφετερισμός και κοντεύει σορβονισμός.
Και τα κακόμοιρα τα μόρια θυμούνται τις στιγμές που εύχονταν εξ όλης της ψυχής και της καρδίας αυτών να πάει ο αγαπητικός να πέσει στο πιο βαθύ ποτάμι να πνιγεί να ησυχάσουμε.
Και ο αγαπητικός που δεν είναι κακομοίρης αλλά ήταν καντρατζής και κοντεύει καλατζής συλλογάται, με το ζωνάρι του ως συνήθως απλωμένο στην ατραπό ωσάν όφεως υποκάμισον διά τας καθημέραν φιλονικίας, ότι δεν έπρεπε να τρατάρει λουκούμι και νερό στην Δήλο που αντάμωσε την Ευθυμίτσα γιατί ο άνθρωπος όστις αγνοών την παλαιάν μετά του αγαπητικού ιστορίαν δακρυρρέουσα ήνωσε στον ζυγό που οι γεωργοί έχουνε για τα βόδια κι αυτός τον είχε για τ’ ελόγου του το κεφάλι του με το συνώνυμο της Ευθυμίτσας (πολλοί φίλοι δεν εδέχοντο ότι η περί ης ο λόγος διέθετε κεφαλήν και την απεκάλουν λαφροκάνταρο) κι έτσι ιδών τον αγαπητικόν με το χαμόγελο στα χείλη να κολλάει της Μίτσας, μόλις επέρασεν η πρώτη νύξις αποπληξίας μετετράπη αύθις εις τάσιν επιπλήξεως και αμέσως, περίφανος Αβυσηνός, βγάζει το μαχαίρι απ’ την ποδιά του, τυγχάνων καρπουζάς, και διά του οργάνου τούτου τραυματίζει επιπολαίως πλην επωδύνως εις τους όρχεις τον αγαπητικόν, ήτοι τους απέκοψεν τελείως και δεν εφθάρησαν σημαντικώς.
Όπως ασφαλώς καταλάβατε σας διηγήθηκα μιαν ερωτική ιστορία απ’ αυτές που έχουν οριστικό τέλος.
ο παπάκος καθόταν απέναντι και μου μιλούσε. ο παπάκος έμοιαζε με τους περισσότερους εν τω κόσμω παπάκους. ήτο λίαν παχύσαρκος και συνεχώς αφιλοκερδέστατα συνετήρει. συνετήρει ανθρώπους, συνείδησιν και χρηματικά ποσά. έναν καιρό που τον κάθε παπάκο τον ονομάζαμε συντήρηση τα πράματα φαινόταν πλέον πραγματικά του δέοντος, σήμερον δέον δεν υφίσταται ευτυχώς. είμαι τριάκοντα οκτώ ετών. βαθεία ηλικία. ο παπάκος εγγίζει τα είκοσι και τρία. νεόπλασμα, η γλώσσα του πετού[σε] φωτιές – ίδιος ο ψελλός ήταν, κάτι λιγώτερος στα μαλλιά του σβέρκου. μη σκιάζεστε στα σκότη / της λευτεριάς το φεγγοβόλο αστέρι / της νύχτας το ξημέρωμα θα φέρει. ίσα το κορμί σου πιτσιρίκι μου λεγε όρθιο σε πετυχαίνει η τέταρτη ακτίνα. άμα λοξέψεις σε πετάνε στην έβδομη και τότε καλά ξεμπερδέματα με τα τελώνια. απαιτούν εξάλλου προ-υπηρεσίαν στην προκοπή του κόσμου τούτου. εσύ ως ιατρός δεν θέλεις καταφέρει το παραμικρόν, οσημέραι αυξάνονται οι ελπίδες σου για μια λαμπρή σταδιοδρομία στις τάξεις των δαιμόνων. ήμην νεώτατος, τότε, και ανήσυχος τον ρώτησα αν επικρατεί ο τηλαυγής και το επ’ εμοί προσφιλέστατος αντικονφορμισμός εκειπέρα. όχι μου λέει αλλά μπορείς να εμφανίζεσαι ως άγγελος όποτε θέλεις. τότε ζήτησα από τον παπάκο σαράντα καντάρια φαλάκρα και μέτωπο πνευματικού ανδρός. θέλεις να μοιάζεις του δημοσθένη με ρώτησε. ναι του είπα. τότε εντάξει για τη φαλάκρα και το μέτωπο αλλά θα ’χεις και τέσσερα καντάρια βραδυγλωσσία. «με τα πολλά τις κάναμε τις συμφωνίες με τον άγιον».
άρχισα λοιπόν να επιπλέω στο ευτυχές κανάλι της διανοήσεως. το πράμα πήγαινε ρολόι. οι συμπόται και συμποιηταί μου με είχαν στα πούπουλα άσπρης και εσχάτως καταβροχθισθείσης χήνας. αι πρώται γυναίκες συστηματικώς άκουγαν τους λόγους που ως δαίμων εξέχεα επί των ώτων και του σώματός των αλλά εκράτουν τον κράβατόν των μονήρη ή κατειλημένον υπό προσφιλεστέρων νεανίσκων άλλων υποτροφιών. αυτό με στεναχώρησε κάποτε πολύ. εξήντλησα το δαιμονικόν μου στοιχείο εν τη ποιήσει τω πεζογραφήματι τη ζωγραφική τω θεάτρω και τη αρχιτεκτονική. δε βαριέσαι. ήμουν μια χαρά παιδί της συναναστροφής αλλά πολύ ολίγον κατάλληλος για παιδί της σποράς των συνανθρώπων μου. ξαναπήγα στον παπάκο.
ο καλός καγαθός παπάκος έκρινε πως μου εχρειάζοντο όργανα (στο σημείο αυτό καταχάρηκα. επιτέλους σκέφτηκα, κατάλαβεν ο άγιος πως κάτι πρέπει να φυτρώσει κάτω από τον αφαλό και ας το δοκιμάσωμεν) όργανα αιχμηρά και οξύτατα, πλήρη ουσίας γενετικής μιας ζωής ολόκληρης. πρέπει είπε να μου κάνει μια λεπτή εγχείρηση που θα μου δινε το δικαίωμα να προχωρήσω αντρίκια στη ζωή. του είπα πως συμφωνώ απολύτως και άρχισα να ξεκουμπώνω το παντελόνι. τι πας να κάνεις μου λέει αποχωρητήριο έχει στο χωλ, δεύτερη πόρτα αριστερά και το φως απέναντι. μη ρίχνεις νερό γιατί πλημμυρίζει η λεκάνη, μα, του λέω, είπατε για μιαν εγχείρηση. βγάλε απλώς το καπέλο σου, μου χαμογελάει, μια τρύπα στο κεφάλι σου θ’ ανοίξω και θα βάλουμε μέσα τις λέξεις που θα είναι από δω και μπρος το όργανό σου.
ο παπάκος, αυτά. επιπλέον αραιογένης. κουρεύς δε. και ένα πρωί που ξεπόρτιζε εκ της Τζαούτζας της πόρνης καπάκι πάνω του η επικάλυψη.
μαζεύτηκε η συντροφία καταπτοημένη και δυσφορούσα. όλοι ρίχναμε το φταίξιμο στον Τζιτζικλή που καλούσε τα πνεύματα και σήκωνε τραπεζάκια και έβαζε τον βελισάριο να χτυπάει τρεις φορές την πόρτα και να κλαίγεται που δεν υπολογίζουμε πια σήμερα τις συμβουλές του. ο Τζιτζικλής είχε πάρει την ευθύνη επάνω του. συμφώνησε πως κάτι δεν πήγε καλά, υποψιαζόταν μάλιστα ότι το κακό έγινε όταν ο σύντροφός μας ο γρηγόρις ταραγμένος που ίδρωνε πολύ –σύμπτωμα φυσικό της επικλήσεως– και του γλίστραε ο λαιμός του παιδιού και δε μπορούσε να το μαχαιρώσει με την πρώτη, κάλεσε στα πρόχειρα έβδομη κατευθείαν ακτίνα για να στηλωθή οπότε υπέθετε ο Τζιτζικλής έφυγε ενέργεια με την ψυχή της γύρω μας και η τετάρτη ακτίνα μετατέθηκε στον παπάκο που την έλαβε μονομιάς καθότι ανήξερος ο γρηγόρις διαφωνούσε ριζικά. έκανε βέβαια επίκληση αλλά τυπική. είχε νηστέψει δωδεκαήμερο, είχε πλησιάσει τους πόδες του διδασκάλου, τι άλλο ήθελε ο Τζιτζικλής; οποιοσδήποτε έχει δικαίωμα να καλέσει ακτίνα άμα λάβει τρίτη μύηση.
πάντως και οι εφτά συμφωνήσαμε πως δυσκόλεψαν τα πράματα κι έπρεπε να προσέξουμε πώς να τη γλιτώσουμε. έναν ανοιχτομάτη να ’βλεπε ο παπάκος στο δρόμο εκείνος θα καταλάβαινε πως δαιμονίστηκε και μας είχαν που μας είχαν στο μάτι από καιρό αν και τότε τη γλιτώσαμε με ελαφρά επιτιμία, τώρα όμως θα μας έπιαναν και χώρια ρινοτμήσεις και τέτοια, θα μας στέλνανε σε τίποτα εγκαταστάσεις κατά ζαβαλτία κι άειντε βρες μας.
ο μόνος τρόπος ήταν να καθαρίσουμε τον παπάκο τον κουρέα και να αρχίσουμε πάλι από την αρχή την λειτουργία. τον ψάχναμε όλη μέρα και μετά το φαΐ τον βρήκαμε στο παζάρι να προσπαθεί να θεραπεύει χωλούς και τυφλούς.
πάνω στην ώρα που τον μαχαιρώσαμε –του βγάλαμε τα σπλάχνα να μη μείνη καθόλου επικάλυψη μέσα του– πλακώσαν πολιτοφύλακες απ’ το βενέτικο και μας εδείραν πολύ άσχημα. σκοτώσανε δυο από μας που πήγανε να φύγουν και τους είχαμε να οδηγούν τη χοάνη του ουρανού και τον τρίτο οφθαλμό καταπάνω μας. εμάς τους άλλους κατευθείαν κάτεργο. εκεί προσπαθήσαμε να το σκάσουμε ρίχνοντας μαύρο σύννεφο στα μάτια των φυλάκων αλλά το σχέδιο απέτυχε γιατί μας έλειπαν τα σύνεργα. τελικά μας απήγγειλαν κατηγορία τριπλού φόνου –τον παπάκο δηλαδή και τα δυο μωρά για τις τελετές, αλλά επειδή αποδειγμένο ήτανε μόνο του παπάκου– είπαμε κι όλας πως μας χρώσταγε του κόσμου τα δουκάτα, μια και ο συχωρεμένος δεν έγινε αντιληπτός ως επικαλυφθείς διδάσκαλος, από κανέναν –μας κόβουν από ’να χέρι– ο γρηγοράκις πέθανε από το αίμα που έχασε – και μας ξαποστέλνουν στην ευχή.
του παπάκου, αυτά. τώρα διχτυωθήκαμε στα καπηλειά και κάνουμε τους κράχτες στους χωριάτες που ’ρχονται να δούνε τις γυμνές στην πόλη. στο μεταξύ ψάχνουμε ακόμα τρεις να γίνουμε εφτάδα, όπως λέει ο Τζιτζικλής τώρα που είναι τα χρόνια 1313 είναι μοναδική ευκαιρία να αλλάξουμε το ρεύμα και να επικαλύψουμε διδάσκαλο –ωραία πράματα, πέμπτη μύηση, έβδομη ακτίνα– δικό μας. η καλή δουλειά αργεί βέβαια, αλλά άμα δεν ελπίζεις σε κάτι παραπάνω τι τη θέλεις την εσχατοζωή.
υπήρχαν τέσσερα μεγάλα προβλήματα στη φύση εκείνη που τότε ενδιέφερε. το μεγαλύτερο εξ αυτών ήταν και αντικειμενικά μεγάλο. τα υπόλοιπα ήταν μικρότερα αλλ’ όχι πιο λειψά ενός υποφερτού δέοντος.
πρώτο πρόβλημα φυσικά η ανυπόφορη χλωρίς, λεπτολόγημα και καρφιτσοκεφαλή, ζυμάρι και κομπιούτορ, καθαρώτατη αηδής παρέλασις γαιωδών χρωμάτων και ενίοτε μπάμιες.
δεύτερο πρόβλημα ο καφές που αργεί, οι ανακοινώσεις που καθυστερούν και η διπλή χοάνη που κλειδώθηκε στον ουρανό.
το τρίτο πρόβλημα τους υπερφυσικούς δρόμους και τα περιβάλλοντα τον άνθρωπο συστήματα κελάδησε το έγχρωμον πτηνό να χρησιμοποιήτε μόνο σε ταλανιζόμενες περιόδους μεταξύ των πτήσεων και των αυτοαποκαλουμένων τερμάτων.
τότε όλοι μαζί ρωτήσαμε ποιος τάχα διερμηνεύς θα χρωμάτιζε δι’ ευτήκτου μετάλλου τα λόγια αυτά.
δηλαδή επιζητήσαμε την αρχή της ιστορίας αυτής διά μέσου κάποιας ρήσεως εκ των προτέρων σαφούς και καθόλου επαμφοτεριζούσης
αναζητούμε τον διερμηνέα.
οι άνθρωποι αυτού του είδους ανευρίσκονται συνήθως υπό αγανακτισμένων λόγω αγνοίας ακροατών να λατρεύουν την φύσιν διότι η φύσις τους δίνει μισθό και τα εχέγγυα για μια δουλειά διερμηνευτική της προκοπής και τους επιβάλλει την παρατήρηση μελισσών, δημητριακών και δένδρων που τα φύλλα τους κρύβουν πτυχώσεις παρόμοιες με του ανθρωπίνου σκηνώματος.
δεν τον βρήκαμε παρά μόνο στα μαύρα εργοστάσια με το καλπάκι του επιστάτη. ήτο διερμηνεύς τα μάλα αγύρτης και αμαθής που ζητούσε προκαταβολές και ο μύθος τον έσπρωχνε να φαίνεται αντιπαθής και φιλάσθενος.
τον πήγαμε κοντά στο πουλί. μα το πτηνό δε μιλούσε. υποήχοι έθλιβαν τα αυτιά των παρευρισκομένων και ο διερμηνεύς ερμήνευσε την μαύρη και σαρκώνδη σιωπή.
γιατί αυτό που λέμε το λέμε όταν μας το εξεμούν τα θλιβερά πτηνά και βλέπουμε να μεγαλώνει στ’ αυτιά μας βαρύς κι ασήκωτος μυριστικός βασιλικός, όσες κι αν σηκώνουμε σημαίες, τέτοιας λογής που έγινε η ζωή μας.
τον διερμηνέα τον θέσαμε εντός συντροφίας και το πουλί με τον σιδηρούν πλοχμόν το θάψαμε στο στόμα του.
έτρωγε δακρυσμένος από ευγνωμοσύνη και στο τέλος, συνθλίβοντας το έσχατον του πτηνού οστάριον, απήτησε από μας πλήρη την υποταγή διότι ισχυρίζετο πως ήτο ο μόνος πλέον φορεύς μιας ακατανοήτου προτάσεως.
του παπάκου, αυτά. τώρα διχτυωθήκαμε στα καπηλειά και κάνουμε τους κράχτες στους χωριάτες που ’ρχονται να δούνε τις γυμνές στην πόλη. στο μεταξύ ψάχνουμε ακόμα τρεις να γίνουμε εφτάδα, όπως λέει ο Τζιτζικλής τώρα που είναι τα χρόνια 1313 είναι μοναδική ευκαιρία να αλλάξουμε το ρεύμα και να επικαλύψουμε διδάσκαλο –ωραία πράματα, πέμπτη μύηση, έβδομη ακτίνα– δικό μας. η καλή δουλειά αργεί βέβαια, αλλά άμα δεν ελπίζεις σε κάτι παραπάνω τι τη θέλεις την εσχατοζωή.
Εξοχαί, 1971
Πάνος Θεοδωρίδης
Τραμ 1 (Οχτώβρης 1971), σ. 12-15.
[Πηγή: https://www.greek-language.gr/periodika/viewer/tram/1971/1]