01.11.1999 | Η δεξιά ερωμένη
Πάνος Θεοδωρίδης, Η δεξιά ερωμένη, Κέδρος, Αθήνα 1999.
Μυθιστόρημα.
* * * * *
Δύο κείμενα του Πάνου Θεοδωρίδη, δημοσιευμένα στο blog TheGreekCloud (30-31 Μαρτίου 2014), ως ψηφιακό επίμετρο στην ψηφιακή έκδοση της Δεξιάς ερωμένης.
«Ο αναγνώστης πρέπει να πεθάνει»
Οι αναγνώστες που «μυθεύονται» ή παραμυθιάζονται από τη λειτουργία της λογοτεχνίας μπορεί να βρουν αυτό το κείμενο κυνικό, και μπορούν να το αποφύγουν, επιλέγοντας μιαν άλλη σμηνοσειρά λέξεων.
Αλλά η έκδοση της «Δεξιάς Ερωμένης» ως αφηγήματος σε συνέχειες, καθώς ο σχολιασμός ήταν δυνατός, την μετέτρεψε σε ένα κείμενο έκθετο στις αναγνωστικές συνθήκες, τόσο έκθετο, που δεν έχει σχέση με τις ασφάλειες ενός κλασικού βιβλίου.
Η λειτουργία της ενθύμησης και της ανάμνησης μιας σειράς γεγονότων, και ο κώδικας που χρησιμοποίησα εντέλει, ήταν μια ιδέα που διαμορφώθηκε αργά, τον Ιανουάριο του 1999. Και μιλάμε για γεγονότα που ξεκίνησαν την εβδομάδα της Δευτέρας 3 Ιουνίου 1974, έως τον Πάμπλο στην Ελλάδα, σε μια χαλαρή διαδοχή που άνοιξε τον Νοέμβριο 1967, όταν γνώρισα τη Δυναμό, έως τον Νοέμβριο 1989, όταν επιχείρησα το τηλεφώνημα του τέλους της ιστορίας. Υπάρχουν όμως και γεγονότα που συνέβησαν ακόμη και το 1999, αφού ενα ταξίδι στην Ουάσινγκτον και η ετυμηγορία του φίλου μου του Μπίλη πως είμαι άχρηστος βελζεβούλης, παρουσιάζονται επίσης in cameo. To ίδιο ισχύει για χρονολογικές επισημάνσεις εντός του κειμένου που δείχνουν μέρος της διαδικασίας γραφής:
H Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 1999 (μέσα σε αυτοκίνητο με το τραγούδι «Winter» των Stones) αναφέρεται στην σελίδα 97 της έκδοσης, άρα από τον Ιανουάριο έως τότε είχα γράψει το 40% του κειμένου. Είναι σαφές, από την σελίδα 123, πως από τα μέσα Φεβρουαρίου έως την 21η Απριλίου δεν έγραψα γραμμή (μια σοβαρή πνευμονία με είχε στείλει στο νοσοκομείο), ενώ μέρες πριν την 21η Μαΐου σημαδεύω ως πόκυλον, την σελίδα 149, με την εις εαυτόν υπόσχεση να τελειώνω με το κείμενο ώσπου να λήξει ο Μάιος. Αυτό και έγινε, στη σελίδα 198. Άρα έχομε χονδρικώς λιγότερες από 10 εβδομάδες συγγραφής, κολυμπητές σε ένα διάστημα πέντε μηνών.
Τελείωσε, εκδόθηκε, έλαβε κριτικές (η γενναιόδωρη του Μανόλη Σαββίδη θαρρείς και καθόρισε εν πολλοίς και την θερμότητα των υπολοίπων) αλλά δεν μπαίνω σε ξένα χωράφια: από το έτος 2000, δεν είχα κανέναν λόγο να θυμάμαι τι συνέβη το 1974.
Είχα έναν τυπωμένο μπούσουλα. Ο μπούσουλας ήταν αρκετά πλήρης, ώστε σε αυτόν να προσαρμόζονται σκόρπιες προσθήκες ή αφαιρέσεις του Κανόνα του.
Για παράδειγμα: το αυτοκίνητο του Γούφα φαίνεται να τα έφτυσε καταμεσήμερο μιας ημέρας όπου βρισκόμασταν στη Βουρβουρού. Η τελευταία διανυκτέρευση που κατέγραψα ήταν Παρασκευή βράδυ στο Στρατώνι, και το Σάββατο μεσημέρι η παρέα περίμενε ένα χιλιάρικο στο ταχυδρομείο Πολυγύρου. Από εκεί ροβολήσαμε Ουρανούπολη. Και «καταμεσήμερο» πηγαίναμε Όρμο Παναγιάς. Ακόμη κι αν φύγαμε 8 από το Στρατώνι, ήμασταν 10 παρά κάτι στον Πολύγυρο και, σπάζοντας όλα τα ρεκόρ μιας τηλεγραφικής επιταγής και στις 12 ήμασταν έτοιμοι για αναχώρηση, θέλαμε το λιγότερο δυο ώρες να βρεθούμε και να φωτογραφίσω την Δυναμό στην Ιερισσό. Άρα, ακόμη και αν με τη λέξη καταμεσήμερο εννοώ την τετάρτη απογευματινή, και το βαθέως απογευματινό ΚΤΕΛ Χαλκιδικής να μας παίρνει για Σαλονίκη κατά τις έξι ή επτά, εμφανίζεται να κάναμε ένα χιλιομετρικό θαύμα οδεύοντας από την Ουρανούπολη στο Γομάτι, από ’κεί στη Μεγάλη Παναγία και μετά από έναν χωματόδρομο να βγήκαμε Πυργαδίκια, είτα Άγιο Νικόλαο, και Βουρβουρού, επειδή το Μίνι κατέρρευσε (το θυμάμαι καλά) μεταξύ Βουρβουρούς και Πόρτας Παναγιάς.
Αν όντως συνέβη αυτό σε δύο ώρες, χωρίς τις σημερινές ασφάλτους στην περιοχή, ο Γούφας μάλλον έκτοτε προβιβάστηκε από την Πρόνοια σε Άγγελο του Βολάν και όλες οι διαδόσεις πως ζει και είναι μια χαρά, είναι στάχτη στα μάτια. Σαράντα χρόνους μιλώ και θεωρώ φίλο μου ένα καθαρό πνεύμα.
Χρησιμοποιώ αυτό το παράδειγμα για να τονίσω πως μετά το έτος 1999 έπαψε να υφίσταται καταγεγραμμένη σειρά γεγονότων και υπάρχει μόνον η διήγηση, στην μορφή μιας Αφήγησης. Και η Αφήγηση άρχισε να συγκεντρώνει την δική της, αυτόνομη σειρά αναφορών, επισημάνσεων και σημειώσεων.
Αντί των γεγονότων, υπήρχαν μόνον ήρωες.
Αυτός που «χτυπήθηκε» περισσότερο από το συμβάν, ήταν ο Γούφας. Ιδίως όταν άρχισα να περιχύνω από το 2006 που απέκτησα μπλογκ, διάφορα στοιχεία προκειμένου να τον τσιγκλάω να αναθυμάται και αυτός. Εκεί, έχει δέκα χρόνια τώρα, παρενέβη ο Αρτέμης Κουκουζέλης, άλλος φίλος από το διαδίκτυο, που είχε καλύτερον τρόπο να συνεννοείται με τον Γούφα. Δεν χρειάζονται άλλα προσώρας: από τα δημιουργημένα και εξαφανισμένα μπλογκ του Γούφα και τις ανταλλαγές αναμνήσεων επί του βιβλίου και όχι της εποχής, δημιουργήθηκε ένας ιδιωματικός όγκος κειμένων, με επίκεντρο την φράση του Κουκουζέλη “ι πιιτε ινε αλιτε”. Ο Γούφας συνέβαλε με το ιστορικόν “ο αναγνώστης πρέπει να πεθάνει”. Εννοώντας κάτι ευεργετικό για την υγεία της διανοήσεως: ώστε από τις στάχτες του αναγνώστη να γεννηθεί ένας συγγραφέας.
Ομολογώ πως αυτό που προέκυψε ήταν μοναδικό, ακόμη και αν δεν είναι συγκεντρωμένο και αναγνώσιμο. Εννιά χρόνια μετά την «Δεξιά Ερωμένη», το είχα επιτέλους καταλάβει:
«Το πάνω χείλι του Γούφα μοιάζει αορίστως με του πατέρα μου. Χτες έγραψε ένα κείμενο για την Νταίζη. Το διάβασα, κι έπειτα σωριάστηκα στην μπερζέρα, αμίλητος. Ο Γούφας, στο blog του είναι ο ήρωας ενός μυθιστορήματος που έτυχε να γράψω. Δέχτηκε αυτήν την σύμβαση εξαρχής. Αρχικά, αρκετοί δεν πίστευαν ότι υπάρχει. Στην περίπτωσή του, υλοποίησα με πάθος το ρητό που επεφάνη σε μια από τις πρώτες συζητήσεις που βγήκαν στο φώς στο πρώτο από τα μπλογκ που ήφτιαξε. Ήταν ένα ψευδώνυμο: ι πιιτε ινε αλιτε, και νομίζω του το πρωτοφόρεσε ο Κουκουζέλης. Στην «Δεξιά Ερωμένη», χρησιμοποίησα τον Γούφα και την Νταίζη ως ταπετσαρία, για να σκεπάζει την υγρασία που ενίοτε ανέδιδε η διήγηση. Και τώρα, εκείνη η εκδρομή δείχνει τα δοντάκια της. Ο έρωτας του Γούφα και της Νταίζης ήταν ο πράγματι έρωτας. Και δεν υπάρχει η παραμικρή νύξη του στο κείμενο. Για να λιπανθεί η μηχανή του Νόννου, δεν ήταν αρκετός ο θάνατος της Δυναμό. Έπρεπε να λειώσουν τα γεγονότα σε μια καλογραμμένη ιστορία, όπου τα στοιχεία που περίσσευαν από την κλίνη του Προκρούστη, απλώς θάμπωναν.
Οι ποιηταί είναι αλήται. Ό,τι δεν υποτάχτηκε στον συνδυασμό αναπαιστικών προτάσεων με τους επιθετικούς τροχαίους και τους αναμασητικούς ιάμβους, δεν μπορούσε καν να επιζήσει. Το πολύ-πολύ να έβγαινε αργότερα ως σχόλιο στα πραγματικά στοιχεία. Και με ένα χιούμορ που ανέδιδε, όλο και συχνότερα, με το πέρασμα του χρόνου, μορφασμούς.
Ο Γούφας τα κατάφερε. Ξέφυγε. Με μια εν θερμώ σελίδα, ακύρωσε την διήγηση που είχα επινοήσει».
Πάνος Θεοδωρίδης, TheGreekCloud, 30 Μαρτίου 2014 (πρώτο μέρος).
* * * * *
(Γράφοντας «συλλέκτες» εννοούμε βουλιμικούς αναγνώστες)
Η αφιέρωση στην «Δεξιά Ερωμένη»: ο αρχιτέκτων Γιάννης Χατζηγώγας γνώριζε την Δυναμό και ήταν ο αποδέκτης των παραληρημάτων μου για εκείνην, την εποχή που συνυπηρετούσαμε στην Ξάνθη. Υπάρχει πλήθος σημειωμάτων και πειρακτικών υπαινιγμών, αλλά η φωτογραφία που εκράτει στα χέρια του αρχές της δεκαετίας του 80, και ιστορούσε ανφάς και μελαγχολική την ηγερία μου, ποτέ δεν έγινε αντίγραφο για μένα. Ακόμη και το 1999, η σκέψη μου να του αφιερώσω το βιβλίο ήταν επειδή σκέφτηκα πως θα το θεωρούσε ζήτημα τιμής να μου βρει μια φωτογραφία. Εντέλει κατέχω και ανάρτησα κάποτε μια παιδική της φωτό, που την απεικονίζει ντυμένη Αμαλία σε σχολική γιορτή στην Αδδίς Αμπέμπα, χάρη στον Τσινίκα, άλλον συνάδελφο από τα παλαιά.
Η «νεκρολογία» του συγγραφέα, γραμμένη από τον ίδιον και δημοσιευμένη σε ένα «Εντευκτήριο» του 1990, μαζί με ένα σκίτσο καμωμένο από την κόρη του Ραλλού το 1998: Στοιχεία που αναφέρονται με διαφορετικό μοτίβο, στο κυρίως κείμενο. Από τα βιογραφικά στοιχεία, το τραγούδι που φέρεται να έχει τραγουδήσει η Κωνσταντίνα υπάρχει, αλλά δεν βγήκε ποτέ στην αγορά. Το «τρίτο βραβείο ποίησης» (που δεν υπάρχει) και η αναφορά δύο ποιημάτων του 1978 και του 1988 παρέμεινε επί δεκαετίες ένας λόγος να παρατήσω το γράψιμο. Δεν χρειάζονται εξηγήσεις σε τέτοιες εξομολογήσεις. Η χρονολογία θανάτου βγήκε από μια ψύχραιμη εκτίμηση, στα 42 μου χρόνια, του προσδόκιμου της ηλικίας άρρενος χαροκόπου. Προσφάτως ζήτησα από την Πρόνοια επέκταση της ζωής μου κατά έντεκα έτη, αλλά χλομό το βλέπω.
Μια μοναδική φωτογραφία που διασώθηκε τυπωμένη από την εκδρομή του 1974. Ο μικρός συνοικισμός στο Καλαμίτσι της Σιθωνίας, με το ελαιοπιεστήριο, τα παροικόσπιτα και τα ελαιόδεντρα. Τις άλλες φωτογραφίες τις θυμάμαι, αλλά δεν διασώθηκαν. Βέβαια, όλο και κάτι θα κρύβεται στους φακέλους με τα αρνητικά.
Ακολουθούν τα ποιήματα που εμφανίστηκαν στην συλλογή “Προσπέκτους” που εκδόθηκε το 1977 και σχετίζονται με την εκδρομή εκείνη.
1. Το καλοκαίρι
Έι, έχεις ξαναδεί
τέτοιο κακό; Γέφυρα
να ’φτιαχνα στην Άρτα
πρόβλημα
λιγώτερο θα ήταν.
Στις αμμουδιές ψήνονται πλάτες
Και η καρδιά μου στον πυρετό.
Δες τι συμβαίνει
και τηλεγράφησε
στον πλησιέστερο σταθμό.
Εδώ η χώρα
απάτη και μπίρα φτηνή.
Έι, δώσε ένα χέρι
όπου να ’ναι ξαναπέφτω
με πυρετό.
“….φρόντισα να γράψω ένα καλούτσικο ποίημα συνδυάζοντας γέφυρες στον Έβρο (λόγω επιστράτευσης) με το γεφύρι της Άρτας (ήμουν ο πρωτομάστορας και έχτισα την Μαριάνθη), αποκαλούσα την Δυναμό (ανωνύμως) αγαπημένη, περιέλαβα τις λέξεις «σταθμός» και «πυρετός» και κατάφερα να κορυφώσω την ποιητική ιδέα με τον προδήλως γενικόλογο στίχο εδώ η χώρα, απάτη και μπίρα φτηνή, πίνοντας την μπιρίτσα μου και ετοιμάζοντας το επ’ εμοί μια ακόμη λαϊκή δημοκρατία επί χάρτου”
To «αγαπημένη» που απουσιάζει από το ποίημα, υπάρχει στην εκδοχή που μελοποίησα, την ίδια μέρα, για λόγους μέτρου: “κοίτα τι συμβαίνει/ αγαπημένη”. Στην ίδια εκδοχή, στο κουπλέ προστίθεται το “γέφυρα να ’στηνα στον Έβρο/ πρόβλημα θα είχα να σε ’βρω” που προσθέτει ατμόσφαιρα στο κλίμα της επιστράτευσης που ήταν έντονο εκείνον τον Ιούλιο.
2. Τα στελέχη
Από την πόρτα τη μικρή την αισιόδοξη
αποφάσισες συντροφικά να δραπετεύσεις.
Κι είναι σα να σ’ ακούω―στο καλό μου
τρεις Αυγούστου παρά κάτι να γελάς:
«Τώρα πεθαίνουν οι δυνάστες μας. Τώρα»
και μου αφήνεις το χέρι «μπορούμε να
δουλέψουμε χωρίς δυνάστες»· και γελάς.
Πες μου σε ποιο γραφείο θα σε βρω
πίσω από κορδέλες και συνθήματα· σε ποια
πηγή του Γράμμου ξεπλένεις τη ντροπή
πώς στελεχώνεσαι με κόκκινα μάγουλα, έι
σε φάγαμε κι εσένα στη μάπα.
Φωτίζονται βουνοκορφές το απόγεμα, βρέχει.
Στις ματωμένες κοιλάδες σαπίζουν τα φρούτα
και μια δεκάρα τσακιστή φλουρί μου φαίνεται.
Είναι η ανεργία και τα στελέχη τους· είναι
το πρόβλημα πώς μιλάνε καθαρά. Στο λαό
δε χωράει λέξη βαρειά και ψεύτικη, μήτε
βλαμένη και μισή αρχοντική μπαρούφα.
Τώρα τα χωριά που ποτέ δεν τα κατάλαβα
βρίσκονται στην πολιτεία που ζω. Κόλυβα
πρέπει να ταΐσεις τα στελέχη, μουστάρδες·
να τους χαρίσεις πηγάδια και κρεμάλες
γιατί δεν πιάσαν το σφυγμό.
Εύχομαι να είσαι σε γραφείο λαϊκό
να μη πηγαινοέρχονται καφέδες
αλλά στατιστικές επετηρίδες
καθώς κι επίστρατοι
απ’ τα βουνά
Όπως αναφέρεται στο κείμενο, το ποίημα γράφτηκε επιστρέφοντας η Δυναμό από την Αθήνα. Τρεις Αυγούστου παρά κάτι, είναι βέβαια η δεύτερη μέρα του Αυγούστου 1974 βραδάκι ― μια τυπική πρωτόλεια βλάβη της ποιητικής ιδέας είναι να διογκώνεις κάτι άσημο, μπορεί πολύ ισχυρό προσωπικά, αλλά που μοιάζει να αφορά κάτι τελείως άσχετο με την τεχνική που πλάθει το ποίημα αλλά έχει μάλλον σχέση με τις εμμονές του γουαναμπή ποιητή. Το χεράκι που απλώνει στο χέρι μου η Δυναμό και το αποσύρει, υποκρύπτει ζωντανή συνάντηση, την οποία δεν θυμάμαι. Η προσωνυμία τα στελέχη είναι στην ουσία οι κινέζοι που είχα γνωρίσει στο διαμέρισμα της Δυναμό, ενώ η όλη λογιστική του ποιήματος ασκεί κριτική από τα υπεραριστερά, με αποχρώσεις αγροτισμού και αυτοδιαχείρισης σε άτομα που την ώρα της μεσοβασιλείας του Αττίλα, κοπανιόντουσαν, όπως όλοι μας, με αέρα κοπανιστό για το τι μέλλει γενέσθαι. Οι λέξεις «λαός» και «ανεργία» χρησιμοποιούνται όπως και σήμερα. Για ενεργητικό δυνάμωμα της ζύμωσης. Ανκαι τότε δεν υπήρχε η έννοια του tag, υπήρχαν λέξεις-κλειδιά που χρωμάτιζαν το είδος της αριστερής ορολογίας που χρησιμοποιούσε ο εκάστοτε ρήτωρ. Το όραμα του ποιητή για την καλή διακυβέρνηση ήταν λαϊκή προέλευση της καθοδήγησης (δηλαδή οι βαρώνοι, οι μαρκήσιοι και οι αντιβασιλείς αποκλείονταν, πράγμα μάλλον αυτονόητο), αποφυγή απέραντων συζητήσεων των στελεχών μεταξύ τους, ήτοι κομμένοι οι πολλοί καφέδες, και εισαγωγή στο αυτοσχέδιο αυτό πολίτμπυρο δύο πραγμάτων: στατιστικών επετηρίδων (δηλαδή αντικειμενικών δημογραφικών και οικονομικών στοιχείων προς ανάλυση, άρα οξαποδώ οι θεωρητικοί τιτανοτεράστιοι) και μια σειρά «επιστράτων» που προφανώς θα είχαν λιποτακτήσει και έστηναν στα βουνά μιας μορφής αντάρτικο, αναμένοντας μάλλον συντρόφους από παράξενα μέρη καθώς το Βιετνάμ, η Ταϊλάνδη, μπορεί και κάποιο αφρικανικό κίνημα…
3. Ποίημα
νωρίς σηκώθηκε ο αντωνίου σήμερα
κόβει βόλτες στην ακρογιαλιά βλαστημάει
φέτες ο ήλιος απέναντι στην επανομή
η εθνική οδός αχνίζει πρόβατα στο βάθος
το αυτοκίνητο στάθηκε καλό κρεβάτι
τον κυνηγούν δυο μέρες τώρα τα φαντάσματα
ο αντωνίου καπνίζει το δεύτερο
χρυσός αναπτήρας ταυτόχρονα ριγέ γραβάτα
ΘΕΛΩ ΠΛΥΣΙΜΟ στο πίσω τζάμι
κάποτε όλα θα ησυχάσουν
στο χωριό του θα βλέπει κήπους με ντομάτες
θα φυτεύει κρεμύδια φορώντας ψάθα
μπορεί πρόεδρος στην κοινότητα
κάποτε θα ζήσει μακριά
σε ξένη πρωτεύουσα με πολλά λεφτά
γαλατάδικα τον προσπερνούν
αγρότης απ’ το αιγίνιο σε τρακτέρ τον βρίζει
βασιλόφρονες πεδιάδες στεγνώνουν στα μάτια του
σήμερα κλείνει τα πενήντα
Το κεφάλαιο «Το πορτοκαλί κοστούμι» τελειώνει με μια φρενήρη ποδηλατάδα του συγγραφέα, με εξήντα, σε άγνωστο πλην παραλιακό μέρος. Στο ποίημα αποκαλύπτεται πως ήταν μεταξύ παραλίας Κατερίνης και Γρίτσας Λιτοχώρου, από την εθνική οδό Θεσσαλονίκης-Αθηνών και μάλιστα με διανυκτέρευση ενδιαμέσως. Το αυτοκίνητο που δεν υπήρχε θεωρήθηκε ποιητικό εύρημα (ενώ η αλήθεια, “κοιμήθηκα πριν τον Αλιάκμονα καταγής, δίπλα σε παρόδιο σκουπιδαριό” μου φαινόταν παραπάνω λούμπεν απ’ όσο θα έπρεπε). Με την ίδια λογική, μετέθεσα τον χρόνο εκείνου του πρωινού στο έτος 1988 οπότε, ως Αντωνίου, θα έκλεινα τα πενήντα. Από τα υπόλοιπα realia που αναφέρονται, όντως απέκτησα έκτοτε μερικες ριγέ γραβάτες, σύμβολο εξάρτησης χαρτογιακά από το κατεστημένο. Γαλατάδικα λέγαμε τότε τα περιπολικά της τροχαίας (που έκαναν πάντως συχνά έλεγχο σε ποδηλάτες) ενώ οι βασιλόφρονες πεδιάδες ήταν πάλι για τον εσωτερικό ρυθμό πεδιάδες και όχι λοφοσειρές των Πιερίων, όπου παραμόνευαν οι μονάδες του Κισά Μπατζάκ, του τοπικού ηγέτη στα τελευταία χρόνια της Κατοχής, που βοήθησαν την παλινόρθωση του Γεωργίου, ξεπλένοντας τις άνομες συνεργασίες τους.
4. Ποίημα
Ήταν τύφλα στο μεθύσι αυτοί οι επιστήμονες
(Ούζο το πρωί, μπίρες
και Αμυνταίου το μεσημέρι)
Ώστε στις έξη το απόγεμα
Φτάνοντας επιτέλους στο παλιό Γομάτι
Ένθα τρίκλιτος μεταβυζαντινή
και λίγα υστερορωμαϊκά
Τρίκλιζαν δε μετρούσαν έπαιζαν δεν ήταν σοβαροί
Ούρλιαζαν σα σκυλιά χοροπηδούσαν στα ερείπια
Δε μετρούσαν δε φωτογράφιζαν έκλαιγαν
Τελικά βρέθηκε λίγο Καστέλ Ντανιέλις στο σάκκο
Ήπιαν κι άλλο: όλα ησύχασαν
Η δουλειά βγήκε ομαλά
Οι πληροφορίες των χωρικών γκαραντί
Η μετροταινία δούλευε ρολόι
Ως τις οχτώ και πέντε
Επιστήμονες ήμασταν, αρχιτέκτων, αρχιτέκτων επί πτυχίω, φιλόλογος και οδοντίατρος, αλλά το ποίημα δίνει την αίσθηση ενός διαφορετικού συνεργείου, πιο αξιόπιστου και ειδικευμένου, πάντως λιάρδα όσο και το αυθεντικό. Εδώ το Γομάτι δεν είναι το υπάρχον χωριό, αλλά το μετόχι της Ιβήρων, κάτω από τον λόφο του μεσαιωνικού οικισμού, όπου και λίθινο λαυράτο με σταυρό χαραγμένο, που μνημονεύεται και στους δύο «περιορισμούς» (γραπτές τοπογραφικές περιγραφές) από τα αρχεία των μονών Λαύρας και Ιβήρων. Αμυνταίου ήταν κρασί του τοπικού συνεταιρισμού, δημοφιλές σε ολίγους, το Danielis ήταν της Αχάια Κλάους, μαύρο, σύνηθες στην Σαλονίκη. Καθώς η αποτύπωση αφορούσε καλύβια παροίκων και τριγωνισμό αποστάσεων, οι δύο ώρες ήταν αληθινές.
5. Το σεντόνι
το σεντόνι θυμήσου ποιητή
όχι το ριγέ ούτε το σκισμένο
θυμήσου εκείνο που περιείχε την αγαπημένη σου
γυμνή κτλ.
και ποια ήταν η ρόγα της
ένα πιάτο φαΐ
λόγια
μια ζωή μέσα στη φύση κτλ.
εν γένει θυμήσου νεαρέ
πόσο την αγαπούσες όσο τα χωριά σου
κτλ.
Γραμμένο ως όψιμη (εντός του 1976) ανάμνηση των ημερών της εκδρομής, χαρακτηρίζει το spleen που χρησιμοποιούσα με έμπειρο τρόπο. Στόχος: η πικρή γεύση στο στόμα του αναγνώστη, η μίξη αγοραίων, μη ποιητικών λεξιδίων, και η απαρίθμηση λέξεων απεγνωσμένου έρωτος. Όλα πολύ δημοφιλή τελειώνοντας η δεκαετία του 70.
Πολλά πραγματικά στοιχεία μιας απολογιστικής σύνοψης της εκδρομής, βρίσκονται είτε στα ιστολόγια, είτε στο “μεταλλείο” μου. Το μόνο ίσως ενδιαφέρον είναι ένας χάρτης της. Από την Δευτέρα 3 Ιουνίου 1974 έως το Σάββατο. Τα κυκλάκια ορίζουν τις διανυκτερεύσεις. Με αυτόν τον χάρτη εικονογραφώ την ανάρτηση.
Tα πραγματικά συλλεκτικά στοιχεία, αυτά που αξίζει να κρατηθούν στο θυμικό του καθενός, έχω φροντίσει να τα ακυρώσω με την υπερβολική, κυνική και μπλαζέ μου αποτίμηση εκείνων των ημερών. Ίσως επειδή θέλησα να τις προστατεύσω.
Πάνος Θεοδωρίδης, TheGreekCloud, 31 Μαρτίου 2014 (δεύτερο και τελευταίο μέρος).
