30.04.1948 | Κάτοικος Γιαννιτσών
Μεγάλωσε στα Γιαννιτσά. Εκεί φοίτησε στο Δημοτικό και το Γυμνάσιο. Το 1965 μετακόμισε στη Θεσσαλονίκη, αφού τελείωσε τη Β’ Λυκείου.
* * * * *
Μικρά, αθώα, απροστάτευτα παιδάκια!
Αρκετές μέρες, κι ώσπου να σκάσει ο γουαναμπή χαλίφης με τη συνθήκη της Λωζάνης, διάβαζα αμέτρητες σελίδες εκπαιδευτικών και συγκέντρωνα υλικό για την πρόσληψη της Παιδείας, όχι για την παιδεία την ίδια.
Παράλληλα, γέμιζα χαρτάκια με ορνιθοσκαλίσματα, κατά το συνήθειο, σημειώνοντας προτάσεις ή λέξεις χρήσιμες ενδεχομένως για ένα αρθράκι.
Αφκετε το παρελθόν. Ήταν αλλιώς. Αυτομόρφωση – μαλακίες. Μαθαίνεις απ’ όλες τις μπάντες του κόσμου. Η μαθητεία είναι να βάζεις την μάθηση σε τάξη. Παντορροϊκό το σύστημα. Ήθος και ενεπίγραφα μπούτια. Σκονάκι και μικρογραφία. Σμικρύνσεις και πομποί-κινητά. Δουλεύουν SMS και δεν ξέρουν περιλήψεις; Πρώτα η πληροφορία, πώς την παρουσιάζεις και πώς την εκτιμάς. Η γνώση έπεται της μεθόδου. Αν οι μαθητές είναι πολλοί, να δουλεύουν σε ομάδες. Καμία εξέταση! Δεν υπάρχει ξύλον απελέκητον. Κι αν είναι κακός ο δάσκαλος, μπορεί να γίνει καλός επιστάτης.
Στο τέλος, αποφάσισα να καταγράψω την πηγή των δακρύων μου – έναν προσφιλή τρόπο όποτε είμαι δίβουλος.
Πήγα σε δημόσιο Δημοτικό Σχολείο, μεταξύ 1954-1960. Ήταν το τρίτο Γιαννιτσών, το μετέπειτα Αγαθοβούλειο. Σε καμία τάξη δεν ήμασταν λιγότερα από σαράντα παιδιά. Συχνότερα πενήντα.
Στην Πρώτη, κάναμε καλλιγραφία και μέθοδο Ντεκρολί. Στην Δευτέρα, δε θυμάμαι. Στην Τρίτη, προπαίδεια και μυθολογία, κυρίως Ιλιάδα και Οδύσσεια. Στην Τετάρτη, κάναμε τα Μηδικά, με ιδιόχειρους από τους δασκάλους χάρτες. Στην Πέμπτη, η γεωγραφία ήταν δική μας ευθύνη – σε ομάδες παρουσιάζαμε κάθε χώρα. Στην Έκτη, παίρναμε βιβλία εκ περιτροπής από τη βιβλιοθήκη.
Οι δασκάλες και οι δάσκαλοι ήταν έξι. Ξέραμε απλώς ποιοι δέρνουν και ποιοι απλώς τραβάνε αφτί. Στην Πέμπτη, είχα δάσκαλο τον πατέρα μου.
Η σειρά μας ήταν τυχερή, επειδή το σχολείο ήταν πολύ καλά εξοπλισμένο. Αλλαχού αφηγήθηκα το γιατί. Είχαμε πρόσβαση σε βιβλιοθήκη και σε αίθουσα Φυσικής Πειραματικής. Και χώρο για πηλοπλαστική, δίπλα σε ένα λουτρό και τουαλέτες. Μας έδειξαν πώς δένονται τα βιβλία, πώς μπολιάζονται τα δέντρα, πώς κορφολογούμε τις ντομάτες. Και να φτιάχνουμε γύψινα προπλάσματα.
Την εγκυκλοπαίδεια Ελευθερουδάκη, του Πυρσού, μια δίτομη χοντρή Παγκόσμιο ιστορία, μια παγκόσμια γεωγραφία. Βλέπαμε εικόνες από επιδιασκόπιο και μάθαμε να βάζουμε φιλμ σε κινηματογραφική μηχανή προβολής. Είχαμε και ομοίωμα ανθρώπινου κορμού, και ένα κεφάλι, όπου βάζαμε και βγάζαμε μάτια, συκώτια και άλλα όργανα.
Υπήρχαν μινιατούρες ήμερων και αγρίων ζώων, που τις είχαμε μοντέλο για να πλάθουμε ζώα με πηλό, τον στεγνώναμε και βάφαμε την σύνθεση με ζωηρές λαδομπογιές. Και ξυλογλυπτική. Και πολλή ζωγραφική. Μια φορά μας έδειξαν πώς να βάζουμε μπροστά την μίνι ατμομηχανή και πώς δουλεύει η ασφαλιστική δικλείδα. Στο διάλειμμα, παίζαμε κουτσό και σκαλιστά, ανταλλάσσαμε κάρτες με ποδοσφαιριστές και στην πίσω αυλή, γκάζες. Στις γιορτές, παίζαμε θέατρο και σκετσάκια και απαγγελίες.
Μιλούσαμε πολιτικά. Ξέραμε για την Κύπρο. Εκτός από παρελάσεις και γυμναστικές επιδείξεις, είχαμε στο τέλος της χρονιάς, μια έκθεση χειροτεχνημάτων.
Εκτός σχολείου, υπήρχε Κατηχητικό, Σκακιστικός Όμιλος, ημερήσιες εκδρομές στο Όμπαρ και στο Τσέκρι, Πρόσκοποι και Οδηγίνες, μπόλικο σινεμά, ανταλλαγές μικιμάου και κλασικών, μπάλα, μπαμ, μπίκος και βραδινές πινακωτές. Και πολλές μαζώξεις παιδικές στη γειτονιά, για να λυθούν επείγοντα θέματα: η Λάικα, το μέτρημα των άστρων, τσακώματα οπαδών της Τζίνα Λολομπρίντζιτα και Σοφίας Λώρεν.
Άπαξ μπαλντανφάν, πολλά θελήματα για γείτονες, πετροπόλεμοι και πόλεμοι με ψεύτικα σπαθιά ή πιστόλια. Σαΐτες, άπαξ του έτους αλευρόκολλα για αητούς, περπάτημα σε δρόμους, περίπτερο με μπαζούκες, διασυρμός των τρελών της γειτονιάς, σάμαλι, παγωτατζής.
Ξέραμε τους κωλόμπους, τους εφαψίες και τους «αλήτες». Φλερτάραμε ξαναμμένοι και μας έπαιρναν στο ψιλό οι μεγαλύτεροι. Στην πίσω αυλή ερχόταν ο σχολίατρος και μας μετρούσε τα πνευμόνια ή μας έβαζε εμβόλιο. Στην πίσω αυλή βρίζαμε ανενόχλητοι.
Τρώγαμε το μακαρονάκι από τις τσουκνίδες και το ψωμάκι από τις μολόχες. Ως μαρίδα, παρακολουθούσαμε συζητήσεις σε καφενεία, τα ζευγαράκια , τα αεροπλάνα και τις μάρκες των αυτοκινήτων. Τις Κυριακές με καλό καιρό, στα κοντινά χωράφια, όπου οι μεγάλοι είχαν κομμένο καπνό και διασκέδαζαν που λιγοθυμούσαμε ρουφώντας τον τυλιγμένον σε καλαμποκόφυλλα ή κατουρημένες εφημερίδες.
Δεν θυμάμαι κανέναν να «τον διαβάζει» η μάνα του.
Πολλές αταξίες τις μάθαιναν στα σπίτια μας, επειδή μας κάρφωναν οι πάντες, γι’ αυτό φυλαγόμασταν. Είχαμε πρόσβαση σε κάθε σπίτι συμμαθητή ή συμμαθήτριας. Με εξαίρεση μερικούς μυγιάγγιχτους, εύποροι και θεόφτωχοι κάναμε παρέα.
Κι όταν ατακτούσαμε, κάθε μάνα έδερνε το δικό της παιδί.
Πάνος Θεοδωρίδης, TheGreekCloud, 30 Σεπτεμβρίου 2016.
* * * * *
Ήτο πραγματικά αιμάσσουσα η αυγή της δεκαετίας του ’50, ότε ο διδάσκαλός μας ενεφανίσθη εις τάξιν τινα του 3ου δημοτικού σχολείου Γιαννιτσών και μας ηρώτα:
«Ποίον ελεύθερον θέμα θέλετε να ορίσουμε σήμερον, ω παιδία, ω τεκνία;»
Και εμείς εν σώματι του απαντήσαμε: «Ημείς διδάσκαλε επιθυμώμεν…», διά ποικίλων σολοικισμών πεποικιλμένα όλα αυτά ως και η υπόλοιπος διήγησή μου, όλα αυτά λοιπόν διά ποικίλων σολοικισμών πεποιηθέντα, και του απαντήσαμεν «Εμείς διδάσκαλε επιθυμώμεν να πούμε τι θα γίνουμε όταν μεγαλώσουμε». Εχάρη ο δάσκαλος και έγραψε Ελεύθερον Θέμα εις τον μαυροπίνακα Τι θα γίνω όταν μεγαλώσω.
Εγώ λοιπόν, ο οποίος έως τότε επεθύμον διαπρυσίως να γίνω ναυτικός, γεωπόνος, τεμπέλης και παίκτης μπιλιάρδου δεν μπορούσα να γράψω αυτά τα πράγματα τα απαράδεκτα εις την καθαράν κόλλαν αναφοράς η οποία μας εμοιράσθη, ήταν μάλιστα νομίζω, επλησίαζαν οι διαγωνισμοί της πέμπτης έκτης δημοτικού, θα σας γελάσω, και έγραψα τι θα γίνω όταν μεγαλώσω Θέλω να γίνω αρχιτέκτων. Μου άρεζε πολύ αυτό το όνομα αρχιτέκτων, να γίνω αρχιτέκτων, τι θα έλεγα νομομηχανικός; δεν τα ξέραμε τότε αυτά τα πράγματα.
Γεωπόνος δεν μπορούσα να πω, γιατί ήταν λίγο έτσι καμπασακλίδικα αυτά τα πράγματα, δηλαδή τι να κάνω να ματίζω, να μπολιάζω τα δέντρα. Δεν ήταν ούτε το ναυτικός· το ναυτικός αυτόματα με πήγαινε στους αλήτες, θα πούμε στη διήγησή μας τι εσήμανε να είσαι αλήτης σε επαρχιακή πόλη της δεκαετίας του ’50.
Έτσι λοιπόν αρχιτέκτων, και μάλιστα άρχισα μια διήγηση ότι εγώ από μικρός έστηνα κύβους και κυβάκια και στρατιωτάκια και τα οργάνωνα καλά, και βέβαια το μέλλον μου είναι ότι θέλω να χτίσω μια Ελλάδα νέα, μια Ελλάδα υπέροχον, λαμπράν, νεοτάτην και μπετονένια, διότι ως γνωστόν εζούσαμε όλοι σε σπίτια πετρόχτιστα ή τουβλόχτιστα, πλινθόχτιστα, με στέγες ξύλινες, που τα ταβανάκια μας ήταν ως επί το πλείστον καλαμωτές σουβατισμένες, παλαιά τα κουφώματα, ήδη εγώ είχα προλάβει στο χωριό του πατέρα μου και εκοιμήθηκα σε πατώματα που είχαν πήλινο, παρακαλώ, χωμάτινο το δάπεδο, το οποίο ήταν έτσι πατημένο υπέροχα γλυκά έτσι από πηλό και η γιαγιά μου η Αφέντρα το εστόλιζε κυκλοφορώντας την ποτιστήρα γύρω-γύρω κάνοντας διάφορα σχέδια.
Πάνος Θεοδωρίδης, «Το ροκ του αρχιτέκτονος» (απόσπασμα), TheGreekCloud, 10 Ιουνίου 2014.