25.07.1979 | Θάνατος του πατέρα

Ο Φιοντόρ (Φέντιας) Φιοντόροβιτς –Θοδωρής Θεοδωρίδης–, δάσκαλος, είχε γεννηθεί στις 14 Σεπτεμβρίου 1909 στη Χάρσερα της Χαλδίας, στον Πόντο. Πέθανε στη Θεσσαλονίκη στις 25 Ιουλίου 1979, σε ηλικία 80 ετών.

*    *    *    *    *

Η ζωή με τον πατέρα

Μπορεί να ακούγεται τρελό αλλά τον πατέρα μου τον θυμάμαι από πολύ νωρίς. Και δεν είχα κανένα δικαίωμα. Τα βρέφη, κανονικά, δεν θυμούνται. Αλλά τον πρωτοείδα τότε. Ήμουν καθισμένος σε ένα ξύλινο θρονί, με γιογιό και μπροστά μου ένα χοντρό σύρμα με χρωματιστά κύκλια, ξύλινα, λίγο μεγαλύτερα από ένα αριθμητήριο. Για να παίζω, υποτίθεται. Σε έναν ξυλόπηκτο όροφο σε δωμάτιο άδειο σχεδόν, αφώτιστο και μπροστά μου μια ανοιχτή πόρτα, απ’ όπου και το φως. Ήταν τέλος καλοκαιριού του 1948 – το πολύ να αρκούδιζα. Ήταν ένα σπίτι γεμάτο γυναίκες, τουλάχιστον τρεις. Και η πόρτα, εκεί, να μπαίνει το φως. Από κάπου αορίστως δεξιά, στο δωμάτιο, ανέβλυζε μια σκάλα. Ξύλινη, έτριζε. Στο βάθος της σκάλας, η εξώθυρα, απ’ όπου μπαινόβγαιναν οι τρεις γυναίκες. Η Μεντιχία, η Αφέντρα και η Λιολιώ.
     Η Μεντιχία μας νοίκιαζε το σπίτι. Σ’ ένα κατηφορικό δρομάκι, λίγο πάνω από το ΠΙΚΠΑ. Η Αφέντρα ήταν η γιαγιά μου και με φύλαγε όταν η μάνα μου η Λιολιώ ήταν στο σχολείο. Τη δροσερή της φωνή την αναγνώριζα, επειδή δεν έκανε τσιριτσίρι τσιριτρό, σαν τα σπουργίτια, αλλά κελάρυζε σε αρμονία με το νεράκι της γούρνας στην αυλή όπου έπιναν και φτεροκοπούσαν τα πετεινά. Αλλά τότε δεν ήξερα για τη σκάλα. Την έμαθα έπειτα, στο μπουσούλημα, οπότε και την είδα τη μάνα μου να μου χαμογελάει στην εξώθυρα και κατρακύλησα από την σκάλα και με πήρε στην αγκάλη της.
     Αλλά η πόρτα στο χαγιάτι ήταν ορθάνοιχτη και φωτεινή. Αυτήν ήξερα, αυτήν κοίταζα έως τότε. Και μία ημέρα, η πόρτα σκοτείνιασε και ένα σώμα κόντρα στο φως διαγράφηκε. Ήταν ένας άντρας με στολή, με το πηλίκιο στη μασχάλη και μου γελούσε. Τρόμαξα και έκλαψα. Αυτός ήταν γελαστός και δεν βιάστηκε να μπει, να με αγκαλιάσει. Απεναντίας, με τράβηξε μια φωτογραφία που υπάρχει ακόμη.
     Δεν τον φοβόμουνα, αλλά ήταν ο Άλλος. Ο Θοδωρής της Λιολιώς. Άργησα πολύ να καταλάβω τις κουβέντες τους. Όταν έδειχναν δόντια, γελούσαν και ήταν καλά. Όταν σιγοψιθύριζαν, ανησυχούσα. Ο πατέρας μου με πλησίαζε με καλή διάθεση και άκουγα μαλακούς, χαϊδευτικούς φθόγγους που δεν μπορούσα να ερμηνεύσω. Ήταν μονίμως ηλιοκαμένος, με μαύρο κεφάλι και βραχίονες, και όπου αλλού, ήταν λευκός και μαλακός. Από τότε που ήρθε, αντί για το θρονί, με έβαζαν να κάθομαι στο πομπέ χρυσίζον ντιβάνι να κρατάω ένα πάνινο ναυτάκι γεμισμένο με άχυρο που το έλεγαν Μπούμπη. Μόλις κατάφερα να περπατήσω (έπεφτα συχνά με το κεφάλι, αλλά δεν πονούσα) έφτασα έως τη στέρνα και έπνιξα τον Μπούμπη στο νερό. Δεν θυμάμαι αν τον θάψαμε.
     Μου διηγήθηκαν πως εκείνον τον καιρό, ήρθαν αντάρτες στα Γιαννιτσά και έστησαν χοροστάσι στο κέντρο και ο Θοδωρής πριν ανεβεί σε μια ταράτσα για να στήσει οπλοπολυβόλο, πήρε την Λιολιώ κι εμένα και μας πήγε στον τσαγκάρη τον Τσιρίζο που ήταν κομμουνιστής και τον παρακάλεσε να μας κρύψει στο υπόγειό του, καθώς οι αντάρτες μάζευαν τα παιδιά. Έτσι και έγινε. Ακούστηκαν ερπύστριες από τον Φόρο και έφυγαν.
     Παραμύθια δεν άκουσα ποτέ. Αλλά έμαθα από τον ίδιο όλα τα στρατηγήματα του Μιλτιάδη και τον Αλέξανδρο στον Γρανικό και άλλα πολεμικά. Έως το 1949, όλο τέτοια. Κατέγραφα όλες τις αναμνήσεις του σχολαστικά έκτοτε, σε ένα λοβό που άφηνα επίτηδες αλειτούργητο, για να χωρέσουν όλα.

Μετά τριάντα χρόνια, έμαθα πως ήταν σοβαρά άρρωστος και ήμουν αλλού, οπότε ανάρπαστος πήρα ένα τσάρτερ που βάζανε σκαμνάκια στον διάδρομο και πήγα να τον δω στο Ιπποκράτειο. Ήταν Ιούνιος του 1979. Πρησμένος από τις κορτιζόνες, τα έλεγε με έναν παλιό του μαθητή, που ήταν δάσκαλος. Μιλήσαμε ώρα πολλή. Έπρεπε να φύγω πίσω να δώσω εξετάσεις στην Αθήνα για προσλήψεις αρχιτεκτόνων και μετά πίσω με το τσάρτερ να πάρω το χαρτί του αναστηλωτή στο Γιορκ. Έπρεπε. Τίποτε δεν έπρεπε. Αλλά δεν ήξερα. Τίποτε δεν ήξερα. Εκτός από ένα: φεύγοντας από το νοσοκομείο, μου ζήτησε μια χάρη: να του διηγηθώ μια από τις πολλές ιστορίες που έλεγα. Πήρα ένα σκαμπό, χωρίς γιογιό και αριθμητήριο, και του διηγήθηκα όλη τη Φυλλάδα, από τον Νεκτανεβώ έως την Βαβυλώνα. Μάργωσε, ευχαριστημένος. Παραμέρισα τα σωληνάκια, του φίλησα το χέρι και έφυγα.
     Δεν τον ξαναείδα ζωντανό. Μαθαίνοντας πως ξεψυχάει, πήρα το κατρελάκι και κατέβηκα ολοταχώς διασχίζοντας την Ευρώπη, αλλά ανήμερα που πέρασα τα σύνορα, πρόλαβα μόνον λυωμένα κεριά στο σιδερένιο ντιβάνι που τον ξενύχτησαν πριν τον θάψουν. Με περίμενε με αδημονία, αλλά δεν τον πρόλαβα. Όταν ήταν παιδί και χαροπάλευε με τύφο, είδε στον ύπνο του μια σκοτεινή γυναίκα που του είπε πως θα πεθάνει Μεγάλη Παρασκευή. Έκτοτε έτρεμε τη Μεγάλη Εβδομάδα. Του είχα γράψει πριν ξεκινήσω πως πέρασε το Πάσχα και να μη φοβάται. Αλλά τη μέρα που έσβησε διηγήθηκε στον αδερφάκο και στη μάνα μου, πως είδε την ίδια σκοτεινή γυναίκα και του είπε να ετοιμαστεί. Εκείνος της απάντησε πως με περιμένει από την ξενητειά. Τότε η γυναίκα άνοιξε την παλάμη της και του φανέρωσε κάτι ξυλάκια, κάτι αποτροπαϊκά και κάτι φυλαχτά και του είπε «βάστα τα αυτά επάνω σου και θα σε προλάβει». Κι εκείνος της είπε πως ποτέ στη ζωή του δεν στάθηκε προληπτικός και πως δεν θα τα δεχτεί. Και πέθανε. Ξημέρωνε της αγίας Παρασκευής του 1979.

Πάνος Θεοδωρίδης, TheGreekCloud, 17 Ιουνίου 2019.

*    *    *    *    *

Γράμμα στον πατέρα μου

Πατέρα μου, Φιοντόρ και Φέντια,

Όταν άρχισες να καταλαβαίνεις τον κόσμο, ήσουν τριών χρονών, και στην παγωνιά του Ιρκούτσκη ο πιο θερμός χαιρετισμός ήταν να πέφτει επάνω σου άγνωστος και να σου τρίβει τη μύτη με χιόνι, μη και σου πέσει, καθώς ενέδρευε το κρυοπάγημα.
     Άκουγες τον πατέρα σου, τον φούρναρη Πανηότ Μαξίμ Φιοντόροβιτς να μιλάει με την μάνα σου και γυναίκα του, την Αφέντρα Ευσταθιάδου, κοντοχωριανή, να ξενυχτάνε πάνω σε μια χτιστή σόμπα, στη μέση ένα σαμοβάρι, μιλώντας για το μαγικό χωριό απ’ όπου ξεκίνησαν, όπου η αυλή του ενός ήταν η ταράτσα του άλλου, όπου ο παπάς ήταν ζόρικος και καβγάδιζαν με τον δικό του πατέρα, που ήταν μυλωνάς και τον έλεγαν Τάτα.
     Θυμόταν τον ζουρνά που έπαιζε και διηγήσεις για την άκρατη φτώχεια ερχόταν από τους προγόνους του, που ντύνονταν με τζιβάλια ζάχαρης, αλλά η βιβλιοθήκη στη μονή Χαλιναρά ήταν γεμάτη κώδικες και βιβλία.
     Κι έπειτα, να μετράει τις δυσκολίες τις δικές του και των συγγενών, στον ξένο τόπο.
     «Κάτι τρέχει» της έλεγε ανήσυχος κι εσύ, νήπιο, κοίταζες φοβισμένος κάτω από τον γιούκο να δεις τι τρέχει και πόσα πόδια έχει.
     Στα τέσσερα, είχες αδελφό, τον Πέτια. Μεγαλώσατε μαζί, αγαπημένοι. Έπαιζες βιολί και ο Πέτιας μπαλαλάικα. Θυμόσουνα και τα τραγούδια.
     Όλες οι φαμίλιες που ήξερες ζούσαν ανάμεσα Καύκασο και Σαμαρκάνδη. Η Χάρσερα ήταν ένα καταπράσινο λιβάδι στη φαντασία σου, γεμάτο βουνά και νερά.
     Πήγαινες σχολειό, στο ρώσικο. Σου έμαθαν άλγεβρα, φορούσες στολή, πηγαίνατε σινεμά, είχες έλκηθρο και γλυστρούσες με χαρά στον πάγο της Βαϊκάλης, όταν δεν πηγαίνατε να δείτε ποδηλατοδρομίες.
     Στην ποντιακή κοινότητα μετρούσατε διακόσιους νοματαίους.
     Όσο μεγάλωνες, τα νέα από την πατρίδα ήταν αραιά και πένθιμα. Η Τραπεζούντα έλαμπε με μπρούτζινες στέγες και εκατό χαμάμια, όπου εύποροι Πόντιοι ζούσαν ως Τραπεζίτες και μεγαλέμποροι, πηγαίνοντας στα Παρίσια και κατέχοντας κυνηγετικά περίπτερα. Και άκουγες για Χάλδους και Κούρδους κι Ασσυρίους και Αρμεναίους, να παζαρεύουν πραμάτειες στον Γκιουμούζχανε.
     Τα γράμματα ήταν αραιά. Είχες κι άλλον αδελφό, τον Γιάννη, που ο παππούς σου τον κράτησε στο χωριό, να μεγαλώνει μαζί του. Τα πρώτα χρόνια δεν άντεχε η οικογένεια να ταΐζεται πενταμελής.
     Κι όταν άρχισαν να περισσεύουν λεφτά, η μάνα σου ζήτησε πίσω το παιδί από τον πεθερό της. Και ο Τάτας της έγραψε «στείλε πίσω το παιδί μου, να σου στείλω το δικό σου παιδί».
     Ο Γιάννης μεγάλωσε στην Χάρσερα. Έμαθε να καπνίζει από πέντε χρονών, επειδή τον έστελναν τα άλλα παιδιά να κλέβει καπνό από τους μεγάλους, επειδή ήταν μικρός και δεν του έδιναν σημασία.
     Κι έπειτα η ομογένεια άρχισε να πληθαίνει. Από τα πέντε κι ως τα δεκαπέντε σου χρόνια, μάθαινες για χωριά που χάλαγαν, για αντάρτες και λήσταρχους, για Ρώσους που μπήκαν στο χωριό αλλά δεν έμειναν, για τους άντρες που τους έστελναν στην έρημο, για χήρες κι ορφανά που κρύβονταν σε σπηλιές, για τους νέους που τους έκρυβαν μπέηδες μη τους στρατολογήσουν οι ενάντιοι, άκουσες τη λέξη Κεμάλ, αλλά μαζί, σφαίρες διασταυρώνονταν στο Ιρκούτσκη, το κέρδισαν οι Λευκοί, η πείνα ξύπνησε, και ο πατέρας σου, παπάκο μου και Φέντια, πέθανε από τύφο, ετών σαράντα.
     Τον ίδιο τύφο που σε έρριξε άρρωστο πολλές ημέρες κι όταν γιατρεύτηκες, άνοιξαν οι φλέβες στο αριστερό σου πόδι και το γέμισαν συρίγγια. Για όλη σου τη ζωή.
     Ήταν 1922 Χριστούγεννα και η αγορά στο Ιρκούτσκη είχε ελιές που βλέπατε για πρώτη φορά και τις τρώγατε δαγκώνοντάς τες τρεις φορές. Ήταν από τις θάλασσες που άφησαν οι Έλλενεν και γύρισαν σε ένα μέρος ονόματι Ελλάς.
     Κατεβήκατε ορφανοί στο Βλαδικαύκασο και σας άφησαν οι Μακριδαίοι, αρχαίοι συγγενείς, να μένετε σε σπιτάκι στην αυλή σας. Αντί να διακονεύετε, ξέροντας από φούρνο, συνεταιριστήκατε και δουλεύατε έναν. Ο αδελφός σου, ενώθηκε με άλλους πρόσφυγες και ενωθήκατε εκεί.
     Εσείς Ρωσάκια, αυτός έμοιαζε πιο Τούρκος. Ήταν έφηβος, αραλής, έπινε και φούμερνε και σας έδερνε. Αλλά μπορούσε να κουβαλάει το καρότσι με τα καρβέλια στο μαρκά, κι εσείς ακόμα όχι.
     Η Χάρσερα δεν υπήρχε πια.
     Τα βιβλία του Χαλιναρά, τα έκαψε ο τελευταίος καλόγερος.
     Τα εικονίσματα της Κοίμησης τα έθαψαν σε μέρος που ξέρω, αλλά ακόμη δεν το μαρτυράω και έφυγαν για Ελλάς.
     Κι όταν οι μπολσεβίκοι σε ζήτησαν να πας σε σχολή μηχανικών, η μάνα σου σας πήρε όλους και κατεβήκατε Βατούμι και φτάσατε στο Χαρμάνκιοϊ. Εκ των τελευταίων, κατά το τέλος του 1924.
     Αφήσατε συγγενείς που ένας απόγονός τους, πατέρα, ήρθε και με βρήκε τον καιρό που γίνονταν χαμός, το 1989, και μου είπε πως υπάρχουν πάνω από διακόσιοι Φιοντόροβιτς. Άλλοι ρίζωσαν α σην Ρωσίαν, άλλοι εξορίστηκαν στο δρόμο της Μετάξης, ένας θρυλείται ότι ξεχάστηκε και χάθηκε στην Ιαπωνία.
     Μεκάνικο έπρεπε να σπουδάσεις στη Μόσχα, ώστε τα παιδιά σου να γινόταν μεκάνικοι ή χειριστές μηχανημάτων και τα εγγόνια σου να εμπορεύονταν επί Γέλτσιν γυναίκες, τουρμπίνες ελικοπτέρων και να είναι άσσοι στο χακάρισμα.
     Στο Αρσακλή, κι όχι στο Κούρμπετς, έπρεπε να μείνετε, να ζούσατε στην αρχή φρικτά, γειτονιά με τους Καπουτζηδιανούς και μετά να ανοίγατε φουρνάρικο στη δημοσιά και να δίνατε τα οικόπεδα στους Σαλονικιούς που γλένταγαν στο Τζόκεϊ Κλουμπ και στις Κούνιες.
     Πήγες κι έγινες δάσκαλος αντί να κολλήσεις στον προσφυγοπατέρα του χωριού και να πολιτευτείς ή να εμπορεύεσαι στάρια και μπαμπάτσα.
     Πήγες και παντρεύτηκες την Σαλονικιά και δεν σου το συγχώρησαν ποτέ που πήρες την ξένη. Κι ας αγάπησες.
     Με μπούκωσες με αναμνήσεις, Θερμοπύλες και το τέχνασμα του Μιλτιάδη.
     Και μου έδειχνες περήφανος το λεύκωμα που γέμισε στο Βλαδικαυκάζ, πριν φύγεις, με περίτεχνα καλλιγραφημένα αποχαιρετιστήρια Ελληνικά, ακόμη και με τον ανορθόγραφο θρήνο κάποιας μικρής που αγαπιόσασταν και σου έγραφε «φετηα τι να καμω που φευφχεις αγαπι μο».
     Πρώτος στο διδασκαλείο, δεύτερος στη σχολή εφέδρων πυροβολικού. Να σέρνεις το σάπιο πόδι σου στην Αλβανία.
     Εκείνοι που σε έπλασαν διχασμένο, δημοτικιστή και μεταξικό, δάσκαλο και μπουραντά, να χτίζεις σχολειό και να παραμορφώνεις τα νούμερα για την επιστροφή του βασιλιά, σε περιφρόνησαν που απέκτησες γιόκα χιπαριό και με τραυλή συνείδηση.
     Σε τρεις κόσμους έζησες, και γενοκτονήθηκαν όλοι.
     Στα λέω επειδή θέλω να κουβεντιάζουμε τώρα που πλησιάζει ο καιρός ν’ ανταμωθούμε, και ανησυχώ, επειδή οι νεκροί χάνουν τη μνήμη τους.

Πάνος Θεοδωρίδης, TheGreekCloud, 7 Νοεμβρίου 2015.

Το timelines.gr είναι ένας τρόπος για να παρακολουθήσουμε την πορεία προσώπων μέσα στο χρόνο και την Ιστορία, τις διαδρομές και τους σταθμούς τους. Δεν είναι απλά ένας τρόπος ταξινόμησης και παρουσίασης αρχείων, είναι ένα εργαλείο διαχείρισης μνήμης. Το timelines.gr είναι ένας ιστότοπος και μια υπηρεσία που προσφέρει το Ίδρυμα Λαμπράκη.
Το timelines.gr είναι ένας τρόπος για να παρακολουθήσουμε την πορεία προσώπων μέσα στο χρόνο και την Ιστορία, τις διαδρομές και τους σταθμούς τους. Δεν είναι απλά ένας τρόπος ταξινόμησης και παρουσίασης αρχείων, είναι ένα εργαλείο διαχείρισης μνήμης. Το timelines.gr είναι ένας ιστότοπος και μια υπηρεσία που προσφέρει το Ίδρυμα Λαμπράκη.
Το timelines.gr είναι ένας τρόπος για να παρακολουθήσουμε την πορεία προσώπων μέσα στο χρόνο και την Ιστορία, τις διαδρομές και τους σταθμούς τους. Δεν είναι απλά ένας τρόπος ταξινόμησης και παρουσίασης αρχείων, είναι ένα εργαλείο διαχείρισης μνήμης. Το timelines.gr είναι ένας ιστότοπος και μια υπηρεσία που προσφέρει το Ίδρυμα Λαμπράκη.
Το timelines.gr είναι ένας τρόπος για να παρακολουθήσουμε την πορεία προσώπων μέσα στο χρόνο και την Ιστορία, τις διαδρομές και τους σταθμούς τους. Δεν είναι απλά ένας τρόπος ταξινόμησης και παρουσίασης αρχείων, είναι ένα εργαλείο διαχείρισης μνήμης. Το timelines.gr είναι ένας ιστότοπος και μια υπηρεσία που προσφέρει το Ίδρυμα Λαμπράκη.