01.01.2009 | Επαγγέλματα που άντεξαν στο χρόνο
Επαγγέλματα που άντεξαν στο χρόνο, Εκδόσεις Τοπίο, Αθήνα 2009.
Φωτογραφίες: Δημήτρης Ταλιάνης.
Κείμενα: Πάνος Θεοδωρίδης.
Λεύκωμα.
* * * * *
Να μου επιτρέψετε ένα διαφορετικό κείμενο σήμερα. Καθώς έχω την εμπειρία αρκετών παρουσιάσεων του βιβλίου του Δημήτρη Ταλιάνη, στην Αθήνα, στη Σαλονίκη, στην Ξάνθη, συγκέντρωσα σε πρόσθετες σκέψεις την εκπρόθεσμη εμπειρία μου από τους τεχνίτες και αυτήν θα ήθελα να σας καταθέσω σήμερα, τιμώντας το κοινό της Κοζάνης που μέσα στην εφηβεία μου ηχούσε ως το Ελδοράδο της γνώσης και των βιβλίων.
Ο τεχνίτης και τα εργαλεία του. Είναι η πρώτη, η ακατάλυτη συντροφία που δημιουργήθηκε πριν ξεκινήσει η συνεργασία με άλλους ανθρώπους. Ο τεχνίτης συμβάλλει στα εργαλεία του. Στην μορφή τους και στην λειτουργία τους. Ή νομίζει ότι συμβάλλει. Άλλες φορές το πετυχαίνει, άλλες φορές απλώς το φαντάζεται.
Και ο τεχνίτης προσωποποιεί το εργαλείο, το μετατρέπει σε μια μισοζώντανη οντότητα, χωρίς να σκέφτεται πως είναι και μισοπεθαμένη. Ένα σκεπάρνι που δεν φέρει ξύλινο κυλινδρικό στέλεχος λειασμένο του εμπορίου, αλλά χειρολαβή από πελεκημένο ξύλο ακρανιάς, που διατηρεί τους ρόζους και την τραχύτητα της εξέλιξης του κλαδιού απ’ όπου προήλθε, είναι ένα είδος εκτοπλάσματος με το οποίο ο τεχνίτης μπορεί να μονολογεί χωρίς να τον παίρνουν για τρελό, και μαζί, αν γίνει κάτι και η χειρολαβή ραγίσει, ο τεχνίτης είναι ελεύθερος να θρηνήσει την απώλειά του, σε βαθμό που να τον κάνει να μη μπορεί να ρίξει σκεπαρνιά επί πολλές ημέρες.
Ξέρουμε επίσης πολλά παιδιά που παίζουν μονολογώντας. Επειδή γουστάρουν τον κόσμο του παιχνιδιού, όταν παίζουν μοναχικά, ή επειδή έξω βρέχει, και επιθυμούν να έχουν θεατές και ακροατήριο.
Γι’ αυτό και συχνά αναμεταδίδουν το παιχνίδι τους μιμούμενοι τους σπορτ κάστερ του ραδιοφώνου, ή στήνουν διαλόγους μεταξύ φανταστικών εχθρών.
Το πιο ασφαλές δείγμα ότι ο τεχνίτης που προσέλαβες ή τον χαζεύεις να εργάζεται, είναι καλός τεχνίτης, αφοσιωμένος στην χειροτεχνία του και μπελαλής, είναι όταν διηγείται, αφηγείται και ηγείται μιας συνεχούς δημηγορίας, κουβεντιάζοντας με τα αντικείμενα που πρέπει να διαμορφώσει, να καθυποτάξει, να περιποιηθεί.
Τα ομιλήματα του τεχνίτη είναι διαφόρων ειδών. Άλλοτε διηγείται την διαδικασία: τώρα ήρθε η ώρα να ξεπετσώσουμε τα δοκάρια, μη ξεχάσω να βάζω πίσω τους πήρους που είναι γεροί. Άλλοτε ασκεί τελετουργική βωμολοχία. Ξεκινώντας από το «αφιλότιμο», το «αεισιχτίρι», συχνά με τελετουργική χειρονομία το βίαιο πέταγμα του εργαλείου στο δάπεδο, ως ένδειξη αγανάκτησης. Είδα και απότομο ξεσκούφωμα και πάτημα με τα στιβάλια του καπέλου του.
Αυτή η μαστορική οπτική, έχει από καιρό επεκταθεί και σε άλλες δουλειές, λιγότερο τεχνικές, που θέλουν ωστόσο μπόλικη χειρωναξία.
Την πρώτη μου μέρα στο Πανεπιστήμιο, στο αμφιθέατρο της Φυσικομαθηματικής, όπου με οδήγησαν οι αβλεψίες του τότε ακαδημαϊκού απολυτηρίου, είδα έναν καθηγητή, τον Αυδή, που δίδασκε προβολική γεωμετρία και γέμιζε ατελείωτους μαυροπίνακες με στοιχεία, εξισώσεις, υποπεριπτώσεις, ακολουθώντας την δική του, παμπάλαιη διδακτική μέθοδο, που δεν ήταν πάντως αλληλοδιδακτική, διότι τριακόσιοι ψάρακλες τον βλέπαμε εμβρόντητοι, επιθυμώντας να κόψουμε τις σπουδές μας και να γίνουμε ποιητές ή χαροκόποι.
Ωστόσο, αυτός ο λαμπερός γέροντας, ίδρωνε και ξείδρωνε εξαντλημένος από το γράψιμο στον πίνακα, αλευρωμένος από τις κιμωλίες και κάθε τέταρτο σταματούσε, έρριχνε μια ματιά στο έργο του και φώναζε, εις επήκοον όλων:
κουράγιο Αυδή!
Έδινε δηλαδή παράγγελμα στον εαυτό του.
Αρκετοί τεχνίτες ιστορούνται σε διηγήσεις μαχών και πορείας στρατευμάτων, πριν ακόμη εφευρεθεί το σώμα του Μηχανικού, να γλυτώνουν άπειρες ζωές, να κερδίζουν μάχες, να βολεύουν κόσμο να φάει και να ξεκουραστεί. Ειδικά σε περιόδους όπου οι πόλεμοι δεν ήταν υπόθεση εξέλιξης όπλων, οι τεχνίτες στρατεύονταν και πέθαιναν στα πεδία των μαχών.
Αργότερα, άρχισαν να καταλαβαίνουν οι στρατηγοί, πόσο έλειπαν στα μετόπισθεν. Στους πολέμους και στις συστρατεύσεις, ερχόταν, πρώτη και μοναδική φορά σε επαφή, τα μαστόρια με τους μη εξειδικευμένους φαντάρους, προκαλώντας μίσος επειδή οι αξιωματικοί τους έπαιρναν για πιο ελαφρή υπηρεσία, ανταλλάσσοντάς την με κάτι χρήσιμο.
Ήταν φυσικό να θέλουν οι τεχνίτες να έχουν παιδιά που έπαιρναν την τέχνη τους και την συνέχιζαν, διότι μόνον έτσι δεν θα πέθαιναν από πείνα στα γεράματα.
Σε κάθε περίπτωση, όταν ο κόσμος ειρήνευε και ήθελε να καλυτερεύει την ζωή του, οι τεχνίτες είχαν μπερεκέτια και έφτιαχναν ταφόπλακες όπου ιστορούνταν τα εργαλεία τους, μια πανάρχαιη συνήθεια, που συναντούμε σε πολλών πολιτισμών νεκροταφεία.
Στα οποία, συστήνω στους ερευνητές να αφήνουνε τα δρακουλίστικα και να τα επισκέπτονται συχνά, επειδή η φροντίδα των νεκρών, είναι μια ύψιστη τεχνοτροπία αξιακών κριτηρίων μιας κοινωνίας.
Οι καλοί τεχνίτες έχουν δική τους γλώσσα. Οι επιστήμονες πιστεύουν ότι το έπρατταν για να μη μεταφέρεται η τέχνη τους στον πολύ κόσμο. Φαίνεται λογικό, όσο και απίθανο. Αν δεν ξέρεις μια τέχνη, δεν έχει νόημα να σου κρύβουν τα μυστικά της, ακριβώς επειδή δεν μπορείς να τα εκμεταλλευτείς.
Τι νόημα έχει να διαρρεύσουν τα μυστικά μονοπάτια εξάρτησης μιας μεσσηνέζας, όταν δεν ξέρω την τύφλα μου και δεν μπορώ να δέσω αγκίστρι στην πετονιά; Γι’ αυτό και οι καλοί τεχνίτες δεν διστάζουν να μιλάνε για την τέχνη τους, επειδή ξέρουν πως δεν αντιγράφεται.
H εμμονή του τεχνίτη στα μυστικά της δουλειάς του και η χρήση κωδίκων, σαν τα κουδαρέικα, οφείλεται στο ότι καταλαβαίνει την επικοινωνιακή σημασία του «μυστικού» στην κοινωνία όπου εργάζεται. Δεν είναι σολομονική για να κρατήσει την πχοιότητα του είδους.
Γι’ αυτό και υποστηρίζω πως πρέπει να τελειώνουμε επιτέλους με τους λαογράφους και να επιστρατεύομε κοινωνικούς ανθρωπολόγους στην μελέτη των φαινομένων αυτών.
Περιορίζομαι σε δυο μαστόρους της τέχνης της γραφής: στον Στράβωνα και στον Αριστοτέλη.
Ο Στράβωνας λέει ότι η Γεωγραφία του δεν είναι για πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Όποιος θέλει να μάθει για μεσημβρινούς και παράλληλους, για ισημερινό και διακεκαυμένη ζώνη, ακόμη και για την έσω φορά, την βαρύτητα δηλαδή, γράφει, ας πάει στο πρωτόσχολο. Εδώ αυτά τα θεωρούμε διδαγμένα.
Εμμέσως αλλά ακριβοδίκαια, ο Στράβων αποκαθιστά την δημιουργικότητα της αρχαιότητας, που ο δυτικός κόσμος την θεωρούσε διαχείριση υπερπολυτελείας, που περίμενε έναν Κοπέρνικο για να διαφωτιστεί. Δηλαδή ο μάστορας διαδίδει αβέρτα τα μυστικά και την τεχνολογία της γνώσης, αλλά απευθύνεται σε κουφάλογα.
Και ο Αριστοτέλης, εκνεύρισε κατά την παράδοση, τον Αλέξανδρο, όταν ο στρατηλάτης έλαβε το έργο του που έμεινε να λέγεται «μετά τα φυσικά» δημοσιευμένο.
Τι είναι αυτά δάσκαλε: ρωτάει ο μαθητής. Δημοσιεύεις αυτά που δίδαξες σε βασιλέα. Πώς θα ξεχωρίζω από το πλήθος;
Αλέξανδρε, εξηγεί υπομονετικά ο Αριστοτέλης, τα δημοσίευσα και δεν τα δημοσίευσα, εννοώντας ότι το ύφος του ήταν επίτηδες σκοτεινό και δεν θα καταλάβαινε γρυ ο ανεκπαίδευτος.
Ο Αλέξανδρος, γεννημένος μαθητής, δηλαδή ώριμα ανώριμος, δεν πείστηκε. Σκέφτηκε πως ο δάσκαλος τα είχε χάσει.
Η δύναμη του τεχνίτη βρίσκεται στα καλφόπουλα, στους διαδόχους του, στους μαθητές. Γι’ αυτό και κάθε φορά που ένας σκύμνος, ένα κατσιούλι, ένα τσόνι διαμαρτύρεται στον δάσκαλό του «ποια είναι η χρησιμότητα, δάσκαλε της φιλολογίας, αφού εγώ θέλω να σπουδάσω προγραμματιστής ή «Πι αρ» η ανθρωπότητα χάνει ένα κλικ φωτεινότητας, η σελήνη δεν βγαίνει στην ώρα της και από τους τάφους των προγόνων αναδύεται ένας ψίθυρος διότι οι πεθαμένοι δεν μπορούν να κλάψουν.
Το μαρτύριο και ο θρίαμβος του καλού τεχνίτη, έγκειται στην άκρα επιτυχία του μαθητή του. Και είναι μια ηδονή και μια απόγνωση που δεν συγκρίνεται μήτε με το έρμο το ντιβιντί της Τζούλιας.
Η δουλειά του Δημήτρη Ταλιάνη στα Επαγγέλματα που άντεξαν στον χρόνο είναι ευλογημένη. Κατάφερε να υποδυθεί τον πιο δύσκολο ρόλο, το πιο αμάχητο λειτούργημα. Έστησε αυτόν τον τόμο ως έμπειρος τεχνίτης. Στο εργαστήριό του.
Συγκέντρωσε καλφόπουλα και γραμματικούς, εμπιστεύτηκε υλικά και τεχνικές, συνδύασε πρωτογενώς πολλά και έφτασε σε μια τριτογενή παραγωγή ιδεών. Σε αυτόν τον τόμο, έγινε το δικό του, ευτυχώς. Κατάφερε μάλιστα να πετύχει κι ένα δύσκολο εγχείρημα: να αλλάξει το ίδιο το βιβλίο, από την ολλανδική στην ελληνική έκδοση, χωρίς καμία από τις δύο εκδοχές να μη υστερεί στην γλώσσα της.
Αισθάνομαι ευτυχής με την εμπιστοσύνη που μου έδειξε ο Ταλιάνης στην σύνθεση των κειμένων και ομολογώ ότι χωρίς τις παρατηρήσεις του ως πρώτου αναγνώστη, θα παρουσιαζόταν εν πολλοίς ένα άνισο κείμενο.
Πρόκειται για έναν ευαίσθητο, άκρως υποψιασμένον άνθρωπο που έχει ένα κρυφό όπλο στον βίο του, που του προσδίδει ποιότητα στην εικαστική του αντίληψη. Νομίζω ότι μπορώ να το αποκαλύψω και ως τεχνίτης δεν θα διαμαρτυρηθεί, μετά από 18 χρόνια που δουλεύουμε μαζί.
Ο Ταλιάνης έχει μια μαγική εξάρτηση από την μουσική.
Να τελειώσω με δυο τιμητικά λόγια για το παράξενο σταυροδρόμι της Κοζάνης στο οποίο αισθάνομαι ότι το λεύκωμα του Δημήτρη Ταλιάνη θα βρει την υποδοχή που του αξίζει.
Είναι ένας τόπος καμωμένος από πεποιθήσεις. Καμωμένος από τα στοιχεία μακρυνών τόπων που ενώνει με μοναδικό τρόπο. Θυμίζω ότι στα χρόνια του Προκόπιου, η Άνω Μακεδονία λεγόταν Θεσσαλία, και ότι στην θέση της Κοζάνης ήκμαζε ένα μοναδικό αστικό κέντρο, ονόματι Καισάρεια ή Καισαρειά, πάνω στην όδευση Πελαγονίας-Θεσσαλίας, δηλαδή μιας μοναδικής καθέτου φυσικής λεωφόρου, που καμιά ΠΑΘΕ (τι όνομα κι αυτό) δεν θα καταφέρει ποτέ να υπερκεράσει.
Ακόμη και ο Καλλιέργης, ο αγιογράφος της Βέροιας και κάτοικος Θεσσαλονίκης, λέγεται πάσης Θετταλίας κάλλιστος ζωγράφος. Ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης, λέγεται καμιά φορά έξαρχος πάσης Θεσσαλίας και πανάθεμά με αν είχε κάποια δικαιοδοσία μετά τον Αξιό.
Η Κοζάνη, μη ανησυχείτε, παραμένει μια μακεδονική πόλη. Απλώς, όταν οι εποχές σκοτείνιαζαν και ο μπούσουλας ήταν πολύ ακριβός, η Θράκη χάνονταν κάπου μετά την Βιθυνία, ονοματίζοντας ένα θέμα Θρακησίων, ενώ οι Μακεδόνες φαίνεται να ονομάτιζαν την περιοχή της Αδριανούπολης.
Η Θεσσαλία, ποτέ δεν μετακινήθηκε. Αλλά στις πηγές, ευρύνεται ως όρος, ως σύνορο.
Βλέπετε, η Καισαρειά, είχε την ατυχία να ανήκει στα ρωμαϊκά χρόνια και το εμπορείο της δεν αναδίδει αρχαιοελληνικότητα. Άσχετο αν, από την Αφροδίτη της Μήλου έως το μηχανισμό των Αντικυθήρων, η Ελλάδα φαίνεται πως ήκμασε επί των Ρωμαίων. Μια απαράδεκτη νοοτροπία έχει φέρει την έρευνα της ρωμαϊκής περιόδου στην Ελλάδα, σε δευτερεύουσα ασχολία, όταν δεν υπάρχουν λαμπρά της αρχαϊκότητας και κλασικότητας ερείπια.
Επιμένω σε αυτήν την ιστορική και γεωγραφική παρωνυχίδα, επειδή η ακμή της Κοζάνης είναι στερεότυπα, αλλά και συστημικά δεμένη με το καζάντι, με το εμπόριο και τις διακλαδώσεις του, με τα δίκτυα της Βαλκανικής, με τις αγορές που καταλαμβάνονταν από εξελιγμένα προϊόντα.
Μπορεί αυτές τις δυτικομακεδονικές και ηπειρώτικες κοινωνίες να τις θεωρούμε πίσω από τα βουνά και να μη εκτιμώνται πέραν μιας δοχμής ειδικών, αλλά θυμίζω πως ο όλεθρος των ελληνικών κέντρων μανιφατούρας στην αρχή του 19ου αιώνα, συνέπεια των ναπολεοντείων πολέμων, δημιούργησε από Αμπελάκια σε Σιδηροκαύσια κι από Καλαρρύτες έως την Νιάουστα μια τέτοια οικονομική κρίση, που η σημερινή φαντάζει παιδικό παραμύθι.
Ωστόσο, αν μελετήσουμε πώς ξεπεράστηκε, με ποιες θυσίες και με ποια διαχείριση των κεφαλαίων που απόμειναν, μόνον θαυμασμό μπορούμε να διατηρήσουμε για την ελαστικότητα και τις σοφές αποφάσεις που ακούστηκαν και εφαρμόστηκαν στην Άνω Μακεδονία.
Η λύση ήταν να συμβάλουν στο προσωρινά ξερό ποτάμι, όλοι οι παροικιακοί παραπόταμοι και να ενισχυθεί το περιφερειακό κεφάλαιο με νέες δράσεις, αποδοτικές. Εμείς ξοδεύουμε τον χρόνο μας περιμένοντας το ΔΝΤ και τα δάνεια, ενώ πάνωθέ μας οι ουρανοί και τα μαύρα σύννεφα μας προκαλούν να διαλέξουμε τον γρήγορο και αποδοτικό δρόμο.
Όταν ο τόπος μας ξερνάει και πεινάει, αλλάζουμε τόπο. Με το μυαλό μας κολλημένο στην επιστροφή. Χωρίς μοιρολατρεία, με απαντοχή. Αλλοιώς, να κάτσουμε να περιμένουμε να βρούμε τα δανεικά περνώντας δώδεκα τσόνια στην ξόβεργα και περιμένοντας να τα πουλήσουμε. Τα τσόνια. Ένα π’λι και δέκα τσόνια, που λένε κάτι γείτονές σας.
Επιμένω πως τα Επαγγέλματα που άντεξαν στον χρόνο, δείχνουν εμμέσως πλην σαφώς, πόσα εμφράγματα γλύτωσαν οι τεχνίτες που αναδεικνύονται εδώ μέσα, πιστεύοντας στην τέχνη τους και αρνούμενοι θα αποδώσουν στην ζωή τους την ψεύτικη εικόνα ενός οράματος. Μακρυά από οράματα, πατριώτες, και όλα θα πάνε καλύτερα. Κατά τον παραδοσιακό κοζανίτικο τρόπο. Με δημιουργική καυστικότητα και άσεμνη θυμοσοφία.
Ευχαριστώ.
Πάνος Θεοδωρίδης, ομιλία στην παρουσίαση του βιβλίου στην Κοβεντάρειο Δημοτική Βιβλιοθήκη Κοζάνης στις 19 Μαρτίου 2010.
[Πηγή: Facebook: Πάνος Θεοδωρίδης, 6 Ιανουαρίου 2014]
