01.06.1997 | Επιμέλεια στον τόμο Αχιλλεύς Παράσχος, Ερώτων Λείψανα
Αχιλλεύς Παράσχος, Ερώτων Λείψανα, Ερμής, Αθήνα 1997.
Σειρά: Ο Ανθολόγος Ερμής.
Υπεύθυνος σειράς: Μίμης Σουλιώτης.
Εισαγωγή και επιλογή ποιημάτων: Πάνος Θεοδωρίδης.
* * * * *
αν φύγεις, είσαι άνθρωπος– αν μείνεις, είσαι Ρώσος!
Ο ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΟΥ
Δεν καυχώμαι ότι ανέτρεψα λίθους για να βρω βιογραφικά στοιχεία για τον Αχιλλέα Παράσχο. Ενδιαφέρει ότι ο πατέρας του λεγόταν Παράσχος Νασάκογλου και η καταστροφή της Χίου τον βρήκε στο νησί. Κατάφερε να γλυτώσει μόνο την γυναίκα του και τον Γεώργιο, νεογέννητον τότε. Έχασε δυο κόρες που έκτοτε αγνοούνται. Η μικρή οικογένεια εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο. Ο Αχιλλεύς γεννήθηκε το 1838. Διδάχτηκε τα γράμματα από τον αδελφό του, με τον οποίο είχε στενότατη σχέση σε όλη τη διάρκεια της ζωής του.
Το πιο σημαντικό γεγονός της νεότητάς του ήταν η ανάμιξή του στην εκθρόνιση του Όθωνος. Ανήκε σε μια οργάνωση της νεολαίας που πάλευε δια στίχων και διαδηλώσεων να διώξει τον βασιλέα και το καθεστώς τον φυλάκισε μαζί με μερικούς φίλους του. Ήταν μεταξύ των διαδηλωτών το βράδι που ο Όθωνας έπεσε.
Ο Αχιλλεύς Παράσχος ήταν πρώτα και πάνω απ’ όλα ποιητής. Ενώ αποκτούσε φήμη, οι πολιτικοί των έστελναν κατά καιρούς σε διάφορες αργομισθίες. Έγινε δημόσιος υπάλληλος, πρόξενος Ταϊγανίου, έπαρχος Θήρας. Δεν φαίνεται να πέρασε καλά σ’ αυτές τις εξορίες. Το Ταϊγάνι εκείνη την εποχή έσφυζε από ελληνική ζωή. Ακόμη κι ο πατέρας του Τσαϊκόφσκι ήταν υπάλληλος σε ελληνικό μαγαζί. Για τον Παράσχο, η περίοδος εκείνη διανθίζεται μόνον από την γέννηση του τρίτου γιου του. Η γυναίκα του Κλειώ, έμεινε αβρά στο πλευρό του ενώ ο ίδιος δεν είχε πρόβλημα να δημοσιεύει τις ερωτικές του ρεβεράντζες με διάφορες ηγερίες. Η πιο συγκλονιστική ιστορία που έζησε ήταν με κάποιαν που αρραβωνιάστηκε αλλά εκείνη υπό την πίεση του πατέρα της του γύρισε το δαχτυλίδι κι έφτασε να τρελαθεί. Όπως και σε πάμπολλα άλλα βιογραφικά του Παράσχου, είναι δύσκολο να διακρίνεις τί από την ζωή του δημιουργήθηκε μέσα στην ποιητική ιδέα του και τί συνέβη πράγματι.
Ο Αχιλλεύς Παράσχος εξέδωσε το 1881 τα ποιητικά του Άπαντα σε τρεις τόμους. Ο ίδιος διαχώριζε έπη, Δάφνας, ήτοι ηρωικά ποιήματα, Μυρσίνας, ερωτικά, Ιτέας, ελεγειακά, Χλόην, ηθικοπλαστικά και μια ποικιλία υπό τον τίτλο Φύλλα.
Ήταν το πρώτο έργο από τον καιρό του Θουρίου του Ρήγα που συνήρπασε το πανελλήνιο, μάλιστα την ομογένεια. Γενναίες συνδρομές και μία ευρωπαϊκή τουρνέ έδωσαν στον ποιητή συνολικά το ποσό των πενήντα χιλιάδων δραχμών. Στα 1881 ήταν πέντε φορές ο ετήσιος μισθός ενός υψηλόβαθμου υπαλλήλου. Για τον Παράσχο ήταν ακόμη μια εισαγωγή στην πιο μεγάλη φτώχεια.
Ο αδελφός του, Γεώργιος, πέθανε το 1886 και το γεγονός τον έριξε σε μαύρη απελπισία. Ο ίδιος πεθαίνει μέσα στη γενική αναγνώριση και αποδοχή τον Ιανουάριο του 1895. Η κηδεία του άφησε εποχή. Για την κοσμοπλημμύρα που ακολούθησε το ξόδι του, ήταν ένας μεγάλος εθνικός ποιητής.
ΤΟ ΕΡΓΟ
Ο Παράσχος ενηλικιώνεται ως στερνοπαίδι ενός Χιώτη δημοσίου κήρυκος και ως μικρός αδελφός ενός βαθυστόχαστου πατριώτη με κοινωνική συνείδηση ουχί την ελαχίστην: Ο Γεώργιος Παράσχος υπήρξε γραμματέας του Κωλέττη, δηλαδή οπαδός κατά τεκμήριον ενός ομογενούς πολιτικού με αντικληρικές τάσεις, ενός φίλου της Γαλλίας και ενός δεδηλωμένου κρατιστή. –Πραγματικά θεωρώ τον Κωλέττη έναν πρόδρομο του Δεληγιάννη. –Γεννήθηκε το 1822 και πέθανε το 1886. Φορούσε φουστανέλλα και το ποιητικό του έργο είναι αγαθό!
Με το κράνος βαρύ στο σκοτάδι
και τη λόγχη σε χέρι θρασύ
Όπως συχνά συμβαίνει σε παρόμοιες σχέσεις μεταξύ πολιτικού και του γραμματέα του, δεν είναι σίγουρο αν ο Γεώργιος Παράσχος, ξεκινώντας από οπαδός του Κωλέττη έφτασε εντέλει, όσο περνούσαν τα χρόνια, να γίνει ο διαμορφωτής μερικών απόψεών του. Η κοινή άποψη των πνευματικών ανθρώπων της εποχής είναι πως ο Γεώργιος διόρθωνε τον επιπολαίας μορφώσεως αδελφό του και του ενέπνεε, εκτός από άδολη αγάπη, ολόκληρη θεματογραφία. Η κρίση αυτή δεν είναι ανακριβής. Η ποίηση του Αχιλλέως, μετά το 1886, παρουσιάζει εμφανώς υστέρηση σε όγκο, στειρότητα σε ιδέες και έντονη νοσταλγία.
Το έργο του μικρού αδελφού παρουσιάζει μια ιδιαιτερότητα. Έτσι καθώς παρουσιάστηκε σε πρώτη φάση το 1881 σε σώμα τριών τόμων και διαθέτει μια εξαιρετικά σπάνια για την εποχή αναγραφή χρονολογίας σε κάθε ποίημα, προκαλεί την περιέργεια του αναγνώστη για τον στόχο αυτής της εμμονής. Η επίγνωση του Παράσχου ότι τα ποιήματά του έχουν σχέση με την επικαιρότητα ίσως έπαιξε τον ρόλο της.
Μια μεγάλη ομάδα ποιημάτων έχει χρονολογία 1860. Μου φαίνεται πλαστή, ή για να ακριβολογήσω, σχηματική. Νομίζω ότι κάτω από το 1860 κρύβονται τα εφηβικά και νεανικά ποιήματα, ίσως κοιταγμένα όλα μαζί με σκοπό να τυπωθούν σε ενιαίο σώμα. Έτσι καθώς δεν έχουν ιστορικό αντικείμενο, είναι δύσκολο να χρονολογηθούν. Ο Ριγολέττος του Βέρντι που είναι ένα σημείο αναφοράς, είναι έργο του 1853. Το La dona é mobile έγινε της μόδας στην Αθήνα ίσως ένα ή δυο χρόνια αργότερα. Το στιχούργημα του Παράσχου κάλλιστα μπορεί να είναι έργο μετεφήβου.
Αυτά τα χρόνια ο αντιοθωνισμός κυριαρχεί στη νεολαία. Ο Παράσχος έχει κι αυτός τις περιπέτειές του από τα γεγονότα της εποχής, αλλά αργότερα τον γεμίζουν νοσταλγία οι παλιές καλές ηρωικές μέρες.
Δεν είναι αλήθεια ότι δεν υπάρχει εξέλιξη στον ρομαντισμό του. Καθώς το θεματολόγιό του γίνεται ολοένα και πιο πατριωτικό, η δημοτική του είναι επίσης άκρως επίπεδη και η διαπραγμάτευση των εννοιών στους στίχους του ολοένα και πιο αναλυτική. Έτσι, ο νέος με το ευρηματικό μυαλό, ο ελαφρώς αμόρφωτος, που εντούτοις μεταδίδει στίχους και τετράστιχα κατευθείαν μέσα στον καθημερινό βίο των συνελλήνων του και πολλοί στίχοι του έχουν πλέον παροιμιακό χαρακτήρα, μετατρέπεται σε έναν μεσόκοπο ηθικολόγο, που έχει περισσότερο το μυαλό του στις αντιδράσεις του πλήθους στον Παρνασσό και το μάτι στα τελευταία δημιουργήματα του Βαλαωρίτη. Αισθάνεται εθνικός ποιητής και δύσκολα το κρύβει.
Η άνεση κι η απλοχωριά που δημιουργεί ο Παράσχος στους συγχρόνους του, το επιγραμματικό μερικών στίχων και ο ευχάριστος κάποτε πλατυασμός των επικών του εμμέτρων μυθιστορημάτων εξηγεί γιατί μία μεγάλη ομάδα συγχρόνων ή επιγόνων, από τον Ροΐδη στον Παλαμά, δεν στάθηκαν καταρχήν αρνητικοί στο έργο του. Ενώ ο Παράσχος δεν διαθέτει καμία από τις αρετές ή τα ελαττώματα του Παλαμά, εντούτοις ο αναγνώστης έχει την αίσθηση ότι διαβάζει έναν πρόγονό του. Ο Παράσχος είναι πιο σχηματικός και επίπεδος αλλά και βεβαιότατα ποιητικότερος, τηρουμένων πάντοτε των αναλογιών. Είναι σίγουρο ότι δε μιλάμε σήμερα για τα ίδια πράγματα με τον ίδιο τρόπο, αλλά η επιτυχία του Παράσχου πρέπει νομίζω να συσχετισθεί με την επιτυχία των σημερινών επωνύμων στιχουργών που ντύνουν τα τραγούδια των λεγομένων εντέχνων συνθετών. Βέβαια σε αυτήν την περίπτωση λείπει η προσωπική λατρεία, λατρεία που ο Παράσχος φαίνεται ότι απήλαυσε, καθώς και τα τυπικά ποιητικά χαρακτηριστικά που τον έκαναν δεκτό από τον Ροΐδη: αυτοβιογραφικά στοιχεία μέσα στην ποίησή του και κριτική των συγχρόνων του ηθών, ενώ παρουσιάζει μια ιστορική –υποτίθεται– σύνθεση.
Η τέχνη του Παράσχου δεν παραπέμπει σε ένα άκριτο αηδόνι, αλλά σε ένα κουρδιστό αηδόνι, σε ένα αυτόματο μουσικό κουτί: κουρδίζοντάς το, ξέρεις εκ των προτέρων τη μελωδία και αυτήν επιζητείς. Ο εικοστός αιώνας διαθέτει πλήθος Παράσχων, απ’ αυτήν τη σκοπιά. Οι επικριτές του Παράσχου είναι όπως όλοι οι απανταχού επικριτές, είτε όμοιοί του σε κάποιο διαφορετικό ύφος, είτε άγλωσσοι και ανέκφραστοι τιμητές που δεν ανέχονται τον εθνικισμό του. Αλλά νομίζω βέβαιο πως ο Παράσχος πληρώνει την δόξα του κι όχι τις αστοχίες του. Αν διαβάσετε προσεκτικά τους συγχρόνους του, Παπαρρηγόπουλο, Βασιλειάδη, Καρασούτσα, Βλάχο, τόσους και τόσους, σίγουρα θα σας φανεί η ευμενής προς αυτούς κριτική και η απαρέσκεια προς τον Παράσχο, τουλάχιστον σόλοικη.
Εκεί που έχουν δίκιο οι επικριτές του είναι στην αμετροέπεια. Ο Παράσχος δεν γνωρίζει, και δεν θα μάθει ποτέ του, τί εστί μέτρον. Δίπλα σε έναν εκπληκτικά επιγραμματικόν στίχο, παρατίθεται ένα εμετικό πατημένο μακαρόνι. Το γελοίο συγκρούεται συχνά με το τραγικό, φοβούμαι μάλιστα ότι σπανίως δεν κυριαρχεί.
Τα πράγματα είναι καλύτερα, αν και συμβατικότερα, στα ποιήματα που γράφει επί παραγγελία, για να οικονομήσει τον βίο. Πάντως εάν παραμείνει στη μνήμη μας και τον επόμενο αιώνα, θα οφείλεται σε σκόρπιους στίχους του:
Α, ρίπτετε εις τα πτηνά του άρτου σας ψιχία–
είναι μεγάλη ηδονή να γίνεσθε παιδία…
Κατά τα άλλα, η παλινωδία καλά κρατεί. Μπορεί να έγινε γνωστός από τον Ριγολέττο, αλλά εικοσιπέντε χρόνια αργότερα αγανακτεί, στους Νεκρούς του Φαλήρου, διότι ο Νοταράς κι ο Βέικος ενοχλούνται από το άκουσμά του:
Εάν οι ζώντες μ’ αγνοούν, με ξεύρουν οι νεκροί μου!
Ο Αχιλλεύς Παράσχος, μακρυμάλλης, με γαλλικό υπογένειο και μύστακα, ευσταλής και ωραίος, ουδαμώς Βαλκάνιος, κάλυψε τις ποιητικές ανάγκες των συμπατριωτών του επί είκοσι χρόνια. Από το 1860 έως την έκδοση των έργων του το 1881. Τα τελευταία δεκατέσσερα χρόνια της ζωής του τα πέρασε ολιγογράφως, με συμβατικότερες ακόμη (αν είναι δυνατόν!) απόψεις για το χαμένο ’21 και με πάνδημη αναγνώριση.
Το ποιητικό του έργο δεν είναι τεράστιο. Έγραψε στίχους της εποχής του, με μεγάλην ευκολία. Υπακούοντας στις υποδείξεις της λογοτεχνικής αγοράς έγραψε τα έπη του που είναι πράγματι έμμετρα μυθιστορήματα. Προδομένες καρδιές, ο σκοτεινός νέος που βγαίνοντας από ένα γνήσιο ρουμελιώτικο τοπίο φτάνει με τα πόδια στο Παρίσι και γλυτώνει έναν αθώο από τη γκιλοτίνα, ένας Δον Ζουάν της εποχής που ρίχνει την ταπεινή ερωμένη του από το παράθυρο μαζί με τον αμαξά και γνωρίζει τον σουλιώτη Τζαβέλα, οπότε και το παρασημοφορεί ο Βουρβώνος βασιλεύς του. Οι περιλήψεις μου σκοπίμως είναι ελάχιστες για να μη ραγίσουν. Μυθιστορήματα έπλασε δέκα χρόνια μετά κι ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης. Υποθέτω ότι αυτά τα ρομάντζα καλύπτονται σήμερα από τις καθημερινές τηλεοπτικές σειρές, γι’ αυτό και δεν υφίστανται στα δωμάτια της λογοτεχνίας, αλλά μήπως τότε υπήρχαν εκεί; αμφιβάλλω. Ήταν μια συντήρηση των ποιητών και λογογράφων σε συνέχειες. Το κυρίως έργο του Παράσχου, αν θεωρήσουμε τα έπη του ως ανάριθμο πάρεργο, είναι περιορισμένο και ακολουθεί δύο θεούς. Έως τα τριάντα του χρόνια τον Έρωτα, τον Θάνατο και την Έκπληξη. Μετά, την Πατρίδα, την Νοσταλγία και την Καθιέρωση.
Οι Έρωτές του είναι οριακοί. Ένδειξη ότι ο ίδιος είχε βαθειά επίγνωση πώς λειτουργούσε ως ποιητής είναι τα αυτοβιογραφικά στοιχεία που παραθέτει, τυπικό γνώρισμα ποιητών του περασμένου αιώνα. Οι ερωτικοί του εναγκαλισμοί με τη μούσα, παρ’ όλο που σήμερα φαίνονται σεμνά κόρτε, στην εποχή του διήγειραν τη νεολαία που δεχόταν με καθυστέρηση μισής γενιάς τον ρομαντισμό γαλλικού και γερμανικού τύπου. Αν μάλιστα κρίνουμε από τον τρόπο που θρηνεί τον θάνατο, μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι είναι πεισιθάνατος κατά τον συρμό και δεν θα είχε σήμερα ανάγκη καμιάς ψυχοθεραπείας. Η Έκπληξη τέλος της νεότητός του είναι για τον Παράσχο ένας στίχος που ξαφνιάζει, που μπορεί να γίνει κοινός τόπος, ρητό και κανόνας στα χείλη των ακροατών του.
Στην δεύτερη περίοδο που ωστόσο δεν είναι αναγκαστικά η πιο ώριμη, ο Παράσχος είναι ένας επιφυλλιδογράφος δια στίχων. Ενδιαφέρεται για την πατρίδα του μέσα από τις ειδήσεις που παίρνει από τις εφημερίδες. Δεν έχει καμία εσωτερική ενόχληση από την ξενομανία, τα νέα ήθη και την νέα Ελλάδα. Οι ειρωνείες του εναντίον τού σήμερα, το χαμένο ’21 και η κυριαρχία της οπερέτας και των γαλλικών στον πολιτιστικό βίο είναι γεγονότα τα οποία στο κάτω κάτω προκάλεσε κι αυτός με τον τρόπο του. Ωστόσο αποτελούν τη βάση για έναν ποιητικό μηχανικό αντίλογο που φαίνεται ότι θα ηδόνιζε μεγάλες κοινωνικές ομάδες, ακριβώς όπως στα νούμερα των μεταγενέστερων επιθεωρήσεων, έβγαινε ένας γέροντας και εκθείαζε την τρελή αποκρηά ή ένα χαμένο ήθος, μηδενός διώκοντος.
Αυτά για την Πατρίδα και την Νοσταλγία. Η Καθιέρωση είναι άλλη ορίζουσα που επιζητά εν απογνώσει. Το καταφέρνει με τον διάλογο με σημαίνοντα πρόσωπα, αλλά κυρίως με την επαγγελματική διαστροφή που του προσέδωσε ο τίτλος του Εθνικού ποιητή που απαγγέλλει στον Παρνασσό.
Ακόμη και οι κάκιστοι της γενιάς μου ποιητές είναι σε θέση να παρουσιάσουν σε ευρύ κοινό ένα άθλιο κατά τα λοιπά στιχούργημα, που εντούτοις οι ακροατές και θεατές καταπίνουν είτε γιατί παρακολουθούν και μια πολτώδη κλασική κιθάρα είτε διότι είναι έτοιμοι να καταπιούν το προσφερόμενο κέτσαπ. Θυμάμαι ότι προ δεκαπενταετίας ήταν να απαγγείλω ποιήματά μου στο γνωστό εγωπαθές κοινό κι από παρεξήγηση με οδήγησαν μπροστά σε χιλιάδες πανηγυριώτες μιας δυτικομακεδονικής κωμόπολης, οπότε φρονίμως ποιών πέταξα τα ετοιμασμένα και τους τάραξα σε αυτοσχεδίους, κλεμμένους ή κλασικούς δεκαπεντασύλλαβους, και σφυρίζοντας αυτοί άρχισαν τα τσάμικα στην πλατεία και διέφυγα.
Αλλά εμείς ξέραμε σε ποιόν να μοιάσουμε. Υπήρχαν οι δίσκοι οι ποιητές διαβάζουν ποιητές, υπήρχε ο Γιάννης Ρίτσος, υπήρχαν οι αυτοσχέδιοι ποιητάρηδες στα σχετικά συμπόσια. Ο Παράσχος κατασκεύαζε ακόμη και εμμέτρους προλόγους σε ποιητικά ή θεατρικά του έργα – μια ένδειξη ότι απολάμβανε την απαγγελία μπροστά στο κοινό του. Κι αυτό το κοινό ήθελε αναφορές σε προηγούμενες ποιητικές συνθέσεις, ήθελε ονόματα αγαπημένων του ποιητή γυναικών, ήθελε στοιχεία αυτοβιογραφίας και συναισθηματικού φόρτου. Ο Παράσχος λοιπόν άλλαξε την ποίησή του, την περιόρισε, την έκανε δωρεά στο κοινό του Παρνασσού. Για τη σημασία που έχουν οι ιδιοσύστατες διάλεκτοι διανοουμένων και πόσο καθορίζονται από το κοινό τους ας μιλήσουμε αλλαχού, για να μη διαταραχθεί ο εγκάρδιος χαρακτήρας της εισαγωγής μου στην ανθολόγηση ποιημάτων του Παράσχου.
ΑΝΘΟΛΟΓΩΝΤΑΣ
Προσέγγισα το έργο επωνύμως, ως μέτριος ποιητής και αναγνώστης. Αναρωτήθηκα αν θα παρέθετα λαμπρά αποσπάσματα ή κατά το δυνατόν ολοκληρωμένες συνθέσεις. Ο πρώτος τρόπος, του επιτομέως, έχει τη χάρη της προσωπικής επιλογής και τη δυστυχία να παρουσιαστεί εντέλει ένας Παράσχος που αντέχει στο χρόνο με κριτήρια άλλου καιρού. Ο δεύτερος τρόπος αφήνει στον σημερινό αναγνώστη την ανάγλυφη εικόνα ενός ποιητή αλλά μειονεκτεί στο φοβερό ενδεχόμενο να κυριαρχήσει στον αναγνώστη ο αιώνας που μεσολάβησε και ήταν τελεσιδίκως εναντίον του Παράσχου.
Διάλεξα τον δεύτερο δρόμο. Το κριτήριο επιλογής ήταν εντέλει μπερδεμένο και δεν εξηγείται. Προέκυψε από διαδοχικές αναγνώσεις του έργου που εμφανίζεται στους τρεις τόμους του 1881 και στους δυο του 1904. Συνέθεσα μια σελίδα όπου κατέγραψα σε στήλη τα χρόνια 1859-1894 και δίπλα παρέθεσα τους τίτλους των ποιημάτων. Η τελική εικόνα έδειξε μια μορφή καρτεσιανών συντεταγμένων, όπου το νεφέλωμα της εποχής γύρω στα 1860 και η έκλειψη των ποιημάτων μετά το 1886 προσδιόρισε εν πολλοίς την αντιπροσωπευτική αναλογία. Δεν θεώρησα λογικό τα 40 ποιήματα της πρώιμης περιόδου να εκπροσωπηθούν με ένα ή δυο κομμάτια μήτε θεώρησα σκόπιμο να βασανίσω τον σημερινό αναγνώστη με εκτενή αποσπάσματα από τα έπη του Παράσχου. Διάλεξα την τέταρτη ωδή από τον Αλφρέδο που είναι γεμάτη επικαιρισμούς κι άφησα την εικόνα του ποιητή να διαμορφωθεί ελευθέρως μέσα από περισσότερα ποιήματα και ολιγότερες συνθέσεις. Έτσι ο αναγνώστης θα προσέξει πότε ο Παράσχος εγκαταλείπει την καθαρεύουσα και το κόρτε δια στίχων, πότε αντιμετωπίζει τα πράγματα ως εθνικός ποιητής και πότε επηρεάζεται από τους τόπους. Στην ουσία επιχείρησα να συνθέσω, τηρώντας αναλογίες και ποιητικές προθέσεις, μια μακέτα του έργου του Παράσχου υπό κλίμακα ένα προς δέκα.
Πάνος Θεοδωρίδης
Εισαγωγή στο: Αχιλλεύς Παράσχος, Ερώτων Λείψανα, Ερμής, Αθήνα 1997.
