06.11.1916 | Απολογία-Κατηγορητήριο ενώπιον του Ανακριτή
Έπειτα από την πρώτη επίσκεψη στον Ανακριτή, η οποία οδήγησε στην αναπάντεχη κράτησή του, ο Δημήτρης Λαμπράκης είχε την ευκαιρία να απολογηθεί δύο ημέρες μετά, συνοδευόμενος από τον δικηγόρο του Ευστράτιο Κουλουμβάκη.
Στην απολογία του ανέφερε ότι διαφωνούσε με τον νομικό χαρακτηρισμό (εσχάτη προδοσία) των πράξεων που του αποδίδονταν και ότι η κατηγορία θα έπρεπε να είναι αυτή της συκοφαντίας. Επιπλέον, κατηγόρησε ευθέως την κυβέρνηση Σκουλούδη ότι «εξετέλεσαν πράξιν εσχάτης προδοσίας, παραδόσαντες εις ξένα Κράτη φρούριον πολυτιμότατον του Ελληνισμού».
Ολόκληρη η απολογία δημοσιεύτηκε στην Πατρίδα στις 8 Νοεμβρίου 1916.
* * * * *
Το «κατηγορώ»
του Αρχισυντάκτου της Πατρίδος
Απολογία – Κατηγορητήριον
«Με χθεσινήν χρονολογίαν υπέβαλον χθες προς τον κ. Εισαγγελέα, συμφώνως προς το άρθρον 250 της Ποιν. Δικονομίας, αίτησιν διαφωνίας ως προς τον νομικόν χαρακτηρισμόν των αποδιδομένων μοι πράξεων και αναφέρομαι εις αυτήν. Διότι νομίζω ότι μόνον πράξις συκοφαντίας ήτο δυνατόν να μοι αποδοθή, καθ’ όσον απλή ανάγνωσις των δημοσιευμάτων, διά τα οποία κατηγορούμαι, πείθει περί του σκοπού προς τον οποίον απέβλεπον. Ηθέλησα ν’ αποδείξω ότι η υπό τον κ. Σκουλούδην Κυβέρνησις και πας άλλος μετ’ αυτής συναυτουργός εξετέλεσαν πράξιν εσχάτης προδοσίας, παραδόσαντες εις ξένα Κράτη φρούριον πολυτιμότατον του Ελληνισμού. Ή είναι τούτο ή δεν είναι αληθές. Εάν είναι αληθές εξεπλήρωσα ύψιστον καθήκον προς την Πατρίδα μου. Εάν δεν είνε αληθές, τότε είμαι συκοφάντης. Κατηγορία διά μηχανορραφίας προς τας Δυνάμεις τας προστάτιδας του Ελληνισμού, όπως αύται εκτραπώσιν εις πολεμικάς πράξεις κατά της Ελλάδος, δεν δύναται να είνε βάσιμος, πρώτον μεν διότι ουδενός ανθρώπου νους δύναται να φαντασθή πολεμίας πράξεις των Δυνάμεων εκείνων κατά της Ελλάδος, δεύτερον δε καθ’ όσον αι Δυνάμεις εκείναι διά της διακοινώσεώς των από 8/21 Ιουνίου ε.έ. προς την Ελληνικήν Κυβέρνησιν δι’ ιδικής ολοκλήρου παραγράφου πραγματεύονται περί της παραδόσεως του Ρούπελ προβεβουλευμένης και εκ προσυνεννοήσεως μετά των Γερμανοβουλγάρων, ώστε δεν δύναται να υποτεθή ότι ανέμενον τα δημοσιεύματά μου και τας μετ’ εμού μηχανορραφίας των, διά να κανονίσωσι την πολιτικήν των εις ένα πόλεμον, από της εκβάσεως του οποίου εξαρτάται σχεδόν η υπόστασίς των ως Κρατών και πρέπει να είνε μέγιστοι οι λόγοι και σπουδαιόταται αι αιτίαι πάσης των πράξεως.
Ως προς τας ενεργείας των Δυνάμεων εκείνων εν Ελλάδι δεν αποδέχομαι τον χαρακτηρισμόν αυτόν ως πιέσεων, και λέγω τούτο διότι καθήκον, και άρα δικαίωμα εν προκειμένω έχω να αποκρούσω μομφήν ότι προεκάλεσα, ή και απλώς ηθέλησα πιέσεις κατά της πατρίδος μου. Τας ενεργείας ενταύθα των προστατίδων Δυνάμεων του Ελληνισμού, εθεώρησα και θεωρώ ως μετά μεγίστης επιεικείας άμυναν υπέρ εαυτών αλλά και υπέρ της Ελλάδος κατά των επιβουλών πολιτικής ήτις ήτο, είνε και θα είνε εχθρά του Ελληνισμού. Εξαιτούμαι να ζητηθή παρά του υπουργείου των Εξωτερικών κεκυρωμένον αντίγραφον της ρηθείσης από 8/21 Ιουνίου ε.έ. διακοινώσεως εις κείμενον Γαλλικόν και Ελληνικόν.
Ως προς την ετέραν κατηγορίαν, πρώτον μεν απαντώ (όπερ ισχύει και διά την τρίτην κατηγορίαν) ότι δεν υφίστανται νομικώς, καθ’ όσον δεν υπάρχει συρροή πράξεων πλειόνων, όταν υπάρχη ενότης ενεργείας και σκοπού, δεύτερον δε και ουσιαστικώς ότι ατυχώς από ετών ήδη εν τω τόπω ημών η πολιτική διαμάχη διεξάγεται πανταχόθεν και από του βήματος έτι της Βουλής, και διά προσφωνήσεων και συνεντεύξεων υψηλοτέρων προσώπων, διά λέξεων και φράσεων τραχυτάτων, τας οποίας εμπνέει η αφοσίωσις εις τας αρχάς και τους σκοπούς της υποστηριζομένης πολιτικής, και ουχί πρόθεσις εξυβρίσεως προσώπων ή δημοσίων αρχών, άλλως τε δε κοινωνικώς και εθνικώς, επομένως θα ήτο ασύμφορον να κρίνωνται αι πολιτικαί συζητήσεις κατά τας λέξεις και ουχί κατά τα πραγματικά ζητήματα. Είνε ίσως ελάττωμα των ελευθέρων πολιτευμάτων, αξιούντων τον δημόσιον έλεγχον, να προβάλλουν τον κίνδυνον της τραχύτητος των λέξεων, αλλά το ελάττωμα τούτο σπανιώτατα δύναται ν’ αποτελέση κατηγορίαν επί εξυβρίσει, διότι θα προέβαλλε τότε ο κίνδυνος να περιορισθή ο δημόσιος έλεγχος, και άρα η ευθύνη των δημοσίων ανδρών.
Ως προς την τρίτην κατηγορίαν απαντώ πρώτον μεν ότι δεν εξήγγειλα προκειμένας Κυβερνητικάς πράξεις, αλλά πράξεις προ πολλού γενομένας και υπό Κυβερνήσεως ήτις δεν υπήρχε προ μηνών, πράξεις τας οποίας ηδύνατο να αποδοκιμάση η Τρίτη μετ’ αυτήν υπάρχουσα Κυβέρνησις, επομένως ουδένα λόγον είχον ν’ ανησυχήσουν οι Έλληνες πολίται, δεύτερον δε ότι είνε πασίγνωστον και πασίδηλον γεγονός της πολιτικής διχονοίας, της σφοδράς πολιτικής διχονοίας μεταξύ των Ελλήνων πολιτών, από της 15 Αυγούστου 1909, αφ’ ης η πλειονοψηφία του Έθνους απεφάσισεν ολοψύχως και αμεταπείστως να καταργήση την πολιτικήν ολιγαρχίαν των πολιτικών φατριών και ν’ ανορθώση το Κράτος εσωτερικώς και εξωτερικώς εις το ύψος των επιδιωκομένων εθνικών σκοπών, όπου εξαίρεται η ιστορική αποστολή της Ελληνικής φυλής, η δε διχόνοια αύτη επετάθη και εσφοδρύνθη εις ακαταμέτρητον βαθμόν, διεξαγομένου του Ευρωπαϊκού πολέμου, εκτροχιασθείσης της Ελληνικής πολιτικής από της γραμμής της παρ’ ημίν πολιτειακής τάξεως και της Εθνικής ιστορίας, επομένως ουδεμίαν ανάγκην είχεν η διχόνοια αύτη των ιδικών μου δημοσιευμάτων.
Διά τους λόγους τούτους νομίζω ότι έπρεπε να μου απαγγελθή κατηγορία επί συκοφαντία, όπως επί συκοφαντία το Επιτελείον κατήγγειλε τον πολιτικόν άνδρα του Έθνους Ελευθέριον Βενιζέλον, αποδώσαντα με όλον το κύρος του την αυτήν πράξιν της προβεβουλευμένης παραδόσεως του Ρούπελ εις τους ιστορικούς και ασπόνδους εχθρούς του Ελληνισμού. Προσφέρομαι δε ν’ αποδείξω την αλήθειαν, της υπ’ εμού αποδοθείσης πράξεως, χωρίς να επικαλούμαι το άρθρον 307 της Ποιν. Δικονομίας. Δεν εξαιτούμαι δηλαδή να σταματήση η κατ’ εμού ανάκρισις. Η αλήθεια της υπ’ εμού αποδοθείσης πράξεως εκπηδά δυστυχώς ογκώδης και φωτεινοτάτη εξ αυτών των εν τη δικογραφία εις κεκυρωμένα αντίγραφα διαταγών του υπουργείου των Στρατιωτικών και των άλλων στρατιωτικών αρχών.
Η υπ’ αριθμ. 633 από 9 Μαρτίου ε.έ. διαταγή του υπουργείου των Στρατιωτικών προς τους Διοικητάς Γ’ και Δ’ Σωμάτων Στρατού, Αρχηγόν Χωροφυλακής, Διοικητάς Φρουρίων Θεσσαλονίκης και Καβάλλας, προώριζε διά τους Γερμανοβουλγάρους τα πολυτιμότερα φρούριά μας Δοβά-Τεπέ, Ρούπελ και Φαιάν Πέτραν, διέτασσε δε συχνήν επικοινωνίαν των Ελλήνων Μεράρχων προς τους αρχηγούς των Γερμανών και των Βουλγάρων. Η υπ’ αριθμ. 1228 από 27 Απριλίου ε.έ. του αυτού υπουργείου προς τους αυτούς διατασσομένους, ρητότερον προώριζε το φρούριον Δοβά-Τεπέ διά τους Βουλγάρους και ένεκα τούτου, φυσικά, εθορύβουν ενταύθα και ύβριζον θεούς και δαίμονας οι οπαδοί των Γερμανοβουλγάρων, διότι το φρούριον εκείνο προέλαβον και το κατέλαβον οι προστάται του Ελληνισμού και υπέρ των ελευθεριών των Εθνών μαχόμενοι Άγγλοι και Γάλλοι. Και όλα τα άλλα σχετικά έγγραφα επιβλητικώς μαρτυρούν την τραγικήν αλήθειαν. Καμμία αμφιβολία δεν χωρεί ότι επράχθη εσχάτη προδοσία. Ουχί όπως ενισχυθή η απόδειξις, διότι είνε πλήρης, αλλά διά την Εθνικήν σημασίαν της υποθέσεως, διά την βαρύτητα της ενοχής και διά την ανακάλυψιν όλων των συνενόχων, εξαιτούμαι να ζητηθώσι κεκυρωμένα αντίγραφα των εν τω υπουργείω των Εξωτερικών υπαρχόντων εγγράφων, σχετικώς προς την παράδοσιν του Ρούπελ, ιδιαίτατα δε το πρωτόκολλον της παραδόσεως, συνυπογεγραμμένον υπό του Έλληνος ταγματάρχου Μαυρουδή καί τινος Γερμανού αξιωματικού Τηλ. Επίσης εξαιτούμαι να εξετασθώσιν ως μάρτυρες ο ένδοξος ναύαρχος της Ελλάδος Παύλος Κουντουριώτης, ο πρεσβευτής ενταύθα της Αγγλίας σερ Φράνσις Έλλιοτ, ο πρεσβευτής ενταύθα της Γαλλίας κ. Γκυγιεμέν και ο υπουργός των Εξωτερικών της εν τη Θεσσαλονίκη Κυβερνήσεως κ. Νικόλαος Πολίτης. Δεν έχω να προσθέσω παρά την επανάληψιν, ή εγώ είμαι συκοφάντης ή εκείνοι είνε προδόται, και εξακολουθώ επιμένων εις την διαφωνίαν μου επί του νομικού χαρακτηρισμού, καθ’ όσον μόνον ως εγώ χαρακτηρίζω την πράξιν θα φωτισθή αληθώς το Έθνος και θα αποδοθή δικαιοσύνη εις αυτό κατά προσήκουσαν εφαρμογήν του Ποινικού του Νόμου. Ουδέν έτερον έχω να προσθέσω».
Τω ανεγνώσθη και βεβαιωθείσα υπογράφεται
Ο ανακριτής / Ο κατηγορούμενος / Ο συνήγορος / Ο υπογραμματεύς
Λένα Σαββίδη – Θεώνη Ζερβού, Δημήτρης Λαμπράκης. Τα χρόνια πριν από το «Ελεύθερον Βήμα», Ερμής, Αθήνα 2016, σ. 134-137.